Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

mother

Είχα μια μάνα μια φορά।Μου άρεσε να τη φωνάζω "Μαμά μου" για να της θυμίζω πως μου ανήκε κι εμένα।Πως βγήκα κι εγώ από το σώμα της। Από την ψυχή της δεν ξέρω αν βγήκα τελικά।
Έρχονταν κάτι απογεύματα με σύννεφα। Την έβλεπα κι εκείνη σκοτεινή και θαρρούσα πάντα πως έφταιγα εγώ। Πως κάτι είχα κάνει- δε μπορεί- και τη στεναχώρεσα। Ντρεπόμουν πολύ τη λέξη συγγνώμη κι απλά τη ρωτούσα: "Μαμά μου, μ'αγαπάς;" και μη γελάσεις δε θυμάμαι να πήρα απάντηση ποτέ।
Και περάσαμε με τη μαμά μου πολλά φθινόπωρα μαζί। Δε μου απάντησε ποτέ σε αυτή την ερώτηση। Ίσως την απασχολούσε κάτι στην τηλεοραση γιατί συνήθως δεν έπαιρνε καν το βλέμμα της απ'αυτήν।
Θα σου πω και μια ιστορία। Μια φορά ήμουν πιο μικρή και έπρεπε κάπου να λείψει। Φοβόταν μη νιώσω μόνη μου, μη φοβηθώ κι εγώ κι είχε μια ρόμπα κίτρινη τότε, και μου άφηνε। Είχε αφήσει τη μυρωδιά της σ'αυτή τη ρόμπα। Την αγκαλιά της δεν είχε αφήσει μόνο να χωθώ, τον ώμο της να γείρω και τα μαλλιά της να μπλέξω τα χέρια μου।
Τότε ίσως ήμουν πολύ μικρή για να της ζητήσω να μη φύγει। Κι όταν μεγάλωσα πολύ μεγάλη για να μην καταλάβω πως μου έλειπε।
Τώρα πια είναι πολύ αργά και η μυρωδιά απ'τη ρόμπα της έχει φύγει। Το κίτρινο όμως στα μάτια μου, είναι το χρώμα της απουσίας κι ακόμα και σήμερα δεν έχει απενοχοποιηθεί।


(Το συγκεκριμενο κείμενο δε γραφτηκε με αφορμη καποιο συμβαν। Ευτυχως। Προς αποφυγη παρεξηγησεων και ανησυχιας.)

Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

πίσω

Άκουσες κι απόψε 12με 1 την κυρία Στέλλα Βλαχογιάννη στο Δεύτερο , έμαθες τα μυστικά της για τη ζωή σου μέσα από τα τραγούδια και την ποίησή της, διάβασες λίγο για τη διπλωματική και μελαγχόλησες πολύ.
Χτες βράδυ ταξίδευα। Γύρισα από Ξάνθη και να σου πω την αλήθεια μου σε κάθε στάση έψαχνα να βρω την έξοδο κινδύνου। Να πω στον οδηγό : "Ξέρετε πρέπει να γυρίσω πίσω। Τι ώρα περνάει το επόμενο για Ξάνθη;" και να μείνω να πιω καφέ σε ένα μαγαζί στην εθνική μέχρι να έρθει το επόμενο λεωφορείο। Νομίζω αποφάσισα κάτι।Μια μέρα θα πάρω όλες μου τις αναμνήσεις από τα συρτάρια και τους τοίχους του δωματίου και της ψυχής μου, όλα μου τα τσαλακωμένα χαρτάκια από το γραφείο και το μωβ ντοσιέ χωρίς να τον πολυανοίξω και θα γυρίσω πίσω.Ξέρω θα με ρωτήσεις τι θα πει θα γυρίσεις πίσω,αφού πάντα εδώ έμενες, και ξέρω ήδη τι θα σου απαντήσω.Εδώ έμενα,ναι. Αλλά εδώ ανήκα ; Είναι μια επαρχιακή πόλη σαν όλες τις άλλες, κι εγώ είμαι στο φουλ παιδί της Αθήνας, αλλά αυτό που με κρατάει εκεί είναι πολύ πιο δυνατό. Και δεν ξέρω και πόσα χρόνια μετράει αυτό το δέσιμο.Υπάρχει όμως. Και μια μέρα θα τα μαζέψω και θα φύγω για να ζήσω εκεί.
Είναι ο αέρας της, το νερό της που δεν έχει τη γεύση που θά'θελα και που με κάνει να το ξεχωρίζω, οι άνθρωποί της που δεν είναι ιδιαίτεροι αλλά τους νιώθω δικούς μου, οι δρόμοι της που δεν είναι αρκετά μελαγχολικοί αν δεν τους δεις μονάχος, τα φώτα της που είναι πολλά και δε σε αφήνουν να μείνεις πίσω...
Αυτές τις μέρες δε θέλω να θυμάμαι,δε θέλω να ξεχνάω. Θέλω να γυρίσω μόνο πίσω,στην αγκαλιά της θείας μου,στα ξενύχτια με τη Μαριαλένα, στα πειράγματα του θείου, στις ύποπτες σκινήσεις της Αφροδιτούλας μου, στα αστεία με τη Νάσια και τη Βέρα.
Στο χωριό θέλω να πάω. Δεν ξέρω αν πέρασα καλά. Θέλω μονάχα να πάω πίσω. Ίσως να φταίει το εδώ, ίσως και το εκεί να αξίζει...
Θα έρθει αυτή η μέρα που θα φύγω. Και θά'ναι το για πάντα.
Μη με ρωτήσεις μόνο τι θα αφήσω πίσω. Σίγουρα κάτι θα βρω... Εύχομαι μόνο νά'ναι όμορφο αρκετά, για νά'χω να θυμάμαι κι όχι για να ξεχνάω.
Έρχεσαι;