Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

πάντα.μαζί

Πρέπει να το κοιτάξω το θέμα μου με τη μνήμη. Πότε ασθενεί, πότε η δύναμή της με σοκάρει. Δεν ξέρω ποια από τις δύο καταστάσεις της φοβάμαι. Αν και γενικά θέλω να θυμάμαι. Τη φοβάμαι τη λήθη. Ίσως γιατί την έχω συνδυάσει με τη μοναξιά. Μοναξιά,λησμονιά, συγγενικά ακούσματα.
Ξέρω πως κι εσύ θέλεις να θυμάσαι. Πως αν ψάξω στο δωμάτιό σου θα βρω κουτιά, ντοσιέ,φακέλους,σακούλες, συρτάρια με αγαπημένα αντικείμενα, αναμνηστικά,δώρα από ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή σου και μοιραστήκατε στιγμές, λίγες ή πολλές. Θα βρω τσαλακωμένα εισιτήρια σινεμά, φωτογραφίες, χαρτάκια από σοκολάτες, κορδέλες από δώρα, σημειωματάκια σε χαρτάκια τετραδίου, κουτιά από τσίχλες ή τσιγάρα με στίχους τραγουδιών, μπλούζες φορεμένες, ξερά τριαντάφυλλα, cd χαρισμένα και αφιερωμένα, καρτ ποστάλ, κάρτες γενεθλίων, ποστ-ιτ βαρεμάρας από τις ώρες του μαθήματος, το παλιό σου κινητό (αν δε φιλοξενεί ήδη τη what's up σου) γεμάτο μηνύματα, έρωτες και παλιές φιλιες,τα κλειδιά του παλιού σου σπιτιού και το αρκουδάκι στο μπρελόκ με το όνομά σου λιωμένο και σκονισμένο, μια παλιά αφίσα του δωματίου σου και γράμματα από τον μακρινό φίλο δια αλληλογραφίας που είχες στο σχολείο,μια παιδική κορνίζα με σχολική φωτογραφία της Ε' Δημοτικού με μια καρδούλα σα φωτοστέφανο γύρω από το κεφαλάκι του πρώτου σου έρωτα, τα υπερατού που μάζευες μικρός, και τα cd από τα ξύλινα σπαθιά, τις τρύπες και το Σιδηρόπουλο γιατί κάποτε θα θέλησες να μάθεις τι θα πει ροκ, ένα ποστερ του wall των pink floydμέσα στη ντουλάπα σου, το κοκαλάκι της στο πρώτο σου συρτάρι με το ξεθωριασμένο τς άρωμα στο ξύλο του,..
Όρεξη να έχεις να θυμάσαι!
Όχι, δε θυμάσαι επειδή υπάρχουν αυτά. Ούτε και αν δεν τα είχες θα ' χες ξεχάσει. Ας είμαστε ρεαλιστές. Ίσως απλά φέρνουν τις στιγμές πιο κοντά σου και σου δίνουν αφορμές πιο συχνά.
Ήθελα τις αναμνήσεις μου πάντα μαζί μου. Ίσως γιατί όπου κι αν ήμουν το μυαλό μου- καμιά φορά και το σώμα μου μαζί- ταξίδευε και δεν ήθελα να νιώθω πως άφησα τη μνήμη μου πίσω. Ζήλευα πάντα τα κρεμαστά για το λαιμό, τα φτηνά, τα αγορασμένα από ένα μαγαζί στις διακοπές ή έναν πλανόδιο στο μοναστηράκι που όταν τα φορούσες ήταν σα να κουβαλούσες τον άνθρωπό σου μαζί. Φίλος, αδερφός, κολλητός, έρωτας,γονιός... Όποιος κι αν ήταν. Ζήλευα τα μπρελόκ στα αντρικά κλειδιά. Τα αναμνηστικά που τα κουβαλάς μαζί σου όπου κι αν είσαι. Λες και αυτός που στα χαρίζει δε θέλει να ξεχνάς. Σε θέλει εκεί δεμένο και κρατημένο. Θά'θελα νά'χω ένα τέτοιο.
Να θυμάμαι, όπου και νά'μαι. Νά'χω ένα πρόσωπο αγαπημένο κρεμασμένο στο λαιμό μου ακόμα και την ώρα που κοιμάμαι. Να ξέρω πως ένας άνθρωπος δικός μου, δε φοβάται το για πάντα μαζί κι ας είναι ψεύτικο, κι ας μοιάζει ουτοπικό το για πάντα και πνιγηρό το μαζί.

Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

συνομωσία

Καλά τα λόγια. Δε λέω. Όταν είναι και καλοταιριασμένα μεταξύ τους και με τις καταστάσεις είναι και ωραία.
Το πρόβλημα με δαύτα είναι ότι, όπως και νά'χει, είναι πάντα λίγα. Όσα και νά'ναι δε φτάνουν. Θέλεις πάντα κι άλλα. Κι άλλο ένα μήνυμα, κι άλλη μια απόδειξη, κι άλλη μία κατάθεση.
Μια λέξη, ένα "σ'αγαπώ", ένα "σε θέλω", ένα "μου λείπεις", ποτέ δε γίνεται να σε καλύψει. Το επόμενο πρωί η αμφιβολία, φωλιασμένη μέσα σου καθώς είναι, θα ξαναξυπνήσει και θα ξαναρχίσει να σε τρώει πιο πολύ από ό,τι πριν. Μια μαρτυρία ακόμα μπορεί μονάχα πιο έντονη να κάνει την ανάγκη σου να φτάσεις στην αλήθεια. Στην επόμενη μαρτυρία,βασικά. Ας μην κρυβόμαστε! Και πάλη ολόκληρη αρχίζει μέσα σου με όλο το λευκό και το μαύρο σου σε πλήρη σύγκρουση, ώσπου κάποιος να στεφθεί νικητής. Προσωρινά,μην αυταπατάσαι.
Μια αγκαλιά όμως; Ένα χάδι; Ένα βλέμμα από μακριά με το κεφάλι μισοκατεβασμένο; Αν μάθεις να τα διαβάζεις όλα αυτά μπορείς να ξέρεις και πού η αλήθεια κατοικεί. Κι έτσι μπορεί και η αμφιβολία μια στάλα να γίνει μπροστά στο ξεκάθαρο αίσθημά σου κι ακόμα και αν η επόμενη επαφή αργήσει να είσαι σίγουρος για την αλήθεια του.
Κι ας αργεί,εσύ ξέρεις...
Κι ας μην ξανάρθει ήταν αληθινό. Κι εσύ το ξέρεις.
Και στη συνομωσία αυτή πήρες μέρος. Και φυσικά δεν ήσουν μόνος.

Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

χάρτινο

Αν διάλεγες να σε ορίσεις,ποιες λέξεις θα χρησιμοποιούσες; Ποια λόγια; Ποιες μουσικές και ποιες στιγμές; Θα ήταν τραγούδι; Θα ήταν ένα ποίημα ή ένα βιβλίο; Θα ήταν κάποιος δρόμος ή η θέα από κάποιο μπαλκόνι; Θα ήταν μια φωτογραφία ή μια ζωγραφιά;

Ένας από τους εαυτούς μου θα διάλεγε αυτό.

Αν τον γνώριζες θα σε έπαιρνε από το χέρι,θα σε πήγαινε σε ένα παγκάκι στο δρόμο που ενώνει το Γκάζι με το Μοναστηράκι θα καθόταν με τα πόδια μαζεμένα και τα μάτια στον ουρανό και θα στο μουρμούριζε. Με τις πιο κρυστάλλινες νότες, στον πιο ψηλό τόνο που θα μπορούσες να σκεφτείς και με την καρδιά να χτυπάει σε ρυθμό 17χρονου κοριτσιού. Θα έβλεπες μπροστά σου θάλασσα και τα πόδια σου θα πατούσαν γυμνά στην άμμο, μια μικρή πετρούλα θα βολόδερνε στα χέρια σου, θα σε μάγευε το πιο χρυσοπράσινο φεγγάρι του κόσμου κι όλο το μέτωπό σου θα δρόσιζαν φιλιά.
Θα ερχόσουν; Για λίγο... Να περάσει η ώρα για μια φορά γρήγορα μα νά'σαι εσύ το χεράκι που θα σκίζει το χάρτινο του φεγγαριού πλάι μου... Νά'σαι εσύ και να σου χτίζω εγώ ακρογυαλιές για να τις περπατήσεις... Για να σε πείσω. Και για να με πιστέψεις. Γιατί ο κόσμος μπορεί να είναι τόσο μικρός χωρίς εσένα και τόσο απέραντος όσο η δική σου ψυχή..Και το δικό μας μαζί.

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

Πρώτο φθινόπωρο



Είναι του μπαμπά μου. Το αγαπημένο του τραγούδι. Αν είμαστε παρέα σπίτι μαζεμένοι,και πιούμε κρασί και μιλάμε όμορφα και παίξω και κανένα τραγούδι στην κιθαρούλα μου πνίγεται από συγκίνηση και το χορεύει. Για'μένα το χορεύει και τον αγαπώ. Είναι φορές που νιώθω πως πατάει πάνω στις νότες και τα βήματά του στα πλακάκια βγάζουν τη μελωδία. Πλακάκι και νότα. Βήμα και στιγμή.
Μια μέρα θά'θελα για μένα να σε δω να χορεύεις. Να σε ερωτευτώ πιο πολύ κι από όσο θα άντεχα,να'μαι για'σένα και να χορεύεις για'μένα. Αυτό το τραγούδι. Του μπαμπά μου το αγαπημένο. Να σου κρατάω το ρυθμό κι εσύ να βγάζεις μουσικές σε κάθε παραπάτημα.
Δεν ξέρω αν σκέφτηκε κανείς αυτές τις μέρες αυτό το φθινοπωρινό τραγούδι κι εγώ που το σκέφτηκα το κράτησα κρυφό. Κι απόψε που η σκέψη μου δε βρίσκει άκρη, και λυγίζει η αντοχή σε θέλω εδώ...

Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010

μόνη

Γειά σου. Με βάφτισαν Μαρία,μα στην πορεία το άλλαξα. Δεν ήταν επειδή δε μου άρεσε. Απλά μου θύμιζε όλα αυτά που πάντα ευχόμουν να μην είχα κάνει. Όχι,δεν τα ξέχασα, δε θα μπορούσα. Αλλά με έχω πείσει σχεδόν ότι τα έκανε μια άλλη. Μια που γνώρισα μια μέρα σε ένα παγκάκι κοντά στο άγαλμα της Μελίνας. Ξέρεις,εκεί που πίνεις τις πιο βαριές μπύρες. Από τότε δεν την ξαναείδα. Εκτός από κανά δυό εφιάλτες που με κυνηγούσε να μου κλεψει την τελευταία μου γουλιά, και κανα δυο άλλες στο μετρό,αλλά στεκόταν στην απέναντι αποβάθρα. Ήταν πολύ φοβιτσιάρα τόσο που σε έκανε να το πιστεψεις ότι ήταν αλλά τα βράδια ξύπναγε και κρατούσε σπαθιά και δεν άφηνε κανέναν να την αποκοιμήσει ή να τη γελάσει κι ας ήταν αυτή η καλύτερη άμυνα του κόσμου. Θα σε ερωτευόταν κεραυνοβόλα και θα σε ξεχνούσε επειδή η καραμέλα που της χάρισες ήταν κίτρινη και είχε γεύση λεμόνι,ενώ εκείνη λάτρευε πεισματικά τη φράουλα. Κι ας της είχε αλλεργία. Δεν ήταν όμορφη αλλά βαφόταν τόσο καλά που σε ξεγέλαγε και νόμιζες πως άξιζε τον κόπο. Φαινόταν ψηλή και κομψή και γλυκιά, αλλά ήταν μια σταλιά κοριτσάκι,από αυτά που παίζουν στους δρόμους και στις πλατείες και έχουν τα γόνατά τους ξεσκισμένα και αν έκανες να την αγαπήσεις μπορούσε να βγει από το δέρμα της. Ήξερε πότε ήταν αλήθεια και είχε μάθει να πονάει πάντα για να συνηθίζει. Κι εσένα θα σε πονούσε. Δε γλίτωνες. Όσο περισσότερο σε αγαπούσε τόσο περισσότερο θα σε πονούσε. Πιο πολύ γιατί ήξερε πως έτσι εκείνη θα πονουσε διπλά. Ήθελε νά'ναι πρώτη για να τραβάει αυτό την προσοχή κι εκείνη να μπορεί να κουρνιάζει στη γωνιά της ανενόχλητη. Δεν άντεχε τις φωνές και τη βία. Δάγκωνε τα χείλια της συνέχεια και στα δύσκολα τα έσφιγγε με μανία τόσο που έμοιαζαν μεγάλα αι με χυμούς. Πού νά'ξερες πως είχαν μέσα τους κρυμμένα δάκρυα,γι'αυτό κι έδειχναν έτσι γεμάτα. Πνιγμένα.
Αν την δεις στο δρόμο,μίλα της για' μένα. Όχι,δε θέλω να ξαναγυρίσει. Θέλω μόνο να ξέρω αν είναι καλά. Ναι,μου λείπει καμιά φορά,ίσως γιατί την ήξερα καλά και μου έκανε τα πράγματα πιο εύκολα και πια ο κόσμος είναι δύσκολος και στο κεφαλάκι μου ακατανόητος. Και θέλω να της πεις και μια φράση που έγραψα για'κείνη και μετά της το έκανα τραγούδι:

"Όσα σε δάγκωσαν σκυλιά να τα λυπάσαι
κι όσα σου γλείψανε τα χέρια να θυμάσαι
να τα φοβάσαι"

Και πρόσεξε. Μην πεις ποτέ μπροστά της τη λέξη συμβουλή. Πες αφιέρωση.Είναι μυστήριο τρένο και θελει πάντα να πιστεύει πως διάλεξε μόνη της το δρόμο της