Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

diamonds & rust

Εδώ και τρεις βδομάδες ζω σε ένα παράλληλο σύμπαν. Σαφώς χειρότερο από όλων των υπολοίπων. Η δουλειά δε βγαίνει, το project τρέχει κι εγώ βγαίνω βιαστικά στην επιφάνεια, παίρνω ανάσα και μετά ξαναβουτάω. Κι όλο αυτό δε σταματάει. Δεν παραπονιέμαι. Δεν έχω χρόνο να σκεφτώ. Κι αυτό με πνίγει. Δεν προλαβαίνω να ζήσω. Λίγες μονάχα στιγμές την Κυριακή.

Οι άνθρωποι γύρω μου ερωτεύονται. Οι άνθρωποι γύρω μου αντιδρούν. Οι άνθρωποι γύρω μου αναζητούν. Οι άνθρωποι (γύρω) μου φεύγουν.



Παλιά ήμουν το κορίτσι που καθόταν με τις ώρες στο γραφείο της ακούγοντας τη βροχή και γράφοντας. Τώρα πια δεν έχω χρόνο να βιώσω ό,τι με συγκινεί.

Συγκινούμαι. Μπορεί και δέκα φορές πιο εύκολα και πιο έντονα από ό,τι παλιά.

Παλιά γκρίνιαζα ό,τι δεν έχω κάτι να κάνω και νιώθω άχρηστη. Ξυπνούσα πρωί για να μη νιώθω ενοχές πως οι άλλοι δουλεύουν κι εγώ δεν έχω δουλειά και άρα δεν κάνω τίποτα.

Παλιά ανυπομονούσα να μην ξαναβιώσω εξεταστική.

Παλιά, στις πανελλήνιες ευχόμουν αυτό το άγχος να μην ξαναέρθει.

Κάθε στιγμή, βλέπεις τον κόσμο από το παράθυρο μπροστά στο οποίο στέκεσαι. Κι εύχεσαι το επόμενο παράθυρο που θα βρεθεί στο δρόμο σου για να μπορείς να κοιτάζεις τον κόσμο να μην είναι όπως το τωρινό και τα στραβά του. Κι όλη σου η ζωή μια τυράνια. Κι εσύ μια ζωή να γκρινιάζεις. Και να περιμένεις το επόμενο παράθυρο. Δεν το ονειρεύεσαι ποτέ. Μόνο το περιμένεις.

Κι αυτό που θα σε κάνει ευτυχισμένο δεν έχεις ιδέα ποιο παράθυρο μπορεί να είναι. Και τον εαυτό σου μέσα από αυτό δεν τον έχεις φανταστεί ποτέ.

Ξέρεις πως θέλεις να είσαι ευτυχισμένος. Δε σε νοιάζει το πώς και δεν έχεις ιδέα τι θα μπορούσε να σε κάνει. Δε σε αφορά.

Εσύ έψαχνες πάντα την αγάπη. Δεν σε ένοιαζε ποιος θα τη φέρει και δεν τον φανταζόσουν ποτέ.

Και η αγάπη ήρθε. Την κατάλληλη στιγμή. Τη στιγμή που η δική σου ψυχή ήταν έτοιμη.

Και περιμένεις κάποια μέρα να έρθει και αυτό που θα ερωτευτεί η καθημερινότητά σου.

Σε μάθανε να θέλεις να γίνεις καλός. Ο καλύτερος. Γιατί μόνο για εκείνον υπάρχει θέση. Γιατί μόνο έτσι μπορεί να γίνεις επιτυχημένος. Και σε έκαναν να πιστέψεις πως η ευτυχία πηγάζει από την επιτυχία.

Κι εσύ μπερδεύτηκες. Γιατί μια ζωή πάλευες για το καλύτερο. Κι ας μην το ήξερες. Και τώρα έρχεται μια μέρα που ο καλύτερος είναι ακριβός πολύ και άρα απρόσιτος. Άρα δεν τον αγοράζεις. Ο μέτριος είναι φτηνότερος αλλά η δουλειά σου βγαίνει και με ελάχιστα. Διαλέγεις λοιπόν κι εσύ έναν τυχαίο ίσα να βγαίνει η δουλειά, να φοβάται ότι θα τον διώξεις και να μη ζητάει και πολλά.

Και κάπως έτσι φεύγουν όλοι αυτοί που μόχθησαν να γίνουν καλοί ή οι καλύτεροι και τους αναγκάζεις να πνιγούν στις ενοχές που ήξεραν από νωρίς τι ήθελαν να κάνουν. Και φέρνεις κοντά σου κάθε έναν που ποτέ του δε φαντάστηκε τι θα ήθελε να γίνει και που ίσως με αφέλεια ήθελε να γίνει ευτυχισμένος.

Φτιάχνεις έτσι μια χώρα μετρίων. Μια χώρα αναποφάσιστων. Μια χώρα γεμάτη αβεβαιότητα. Γεμάτη ανθώπους που με την ίδια ευκολία που κάποτε ψήφιζαν αριστερά τώρα ψηφίζουν ακροδεξιά. Μια χώρα που υποκύπτει σε κάθε είδους λαϊκισμούς και προπαγάνδας. Μια χώρα που αναζητά μονάχα το εύκολο και το γρήγορο.

Κι εσύ μένεις μονάχος, στο δωμάτιό σου να επιλέγεις να ονειρεύεσαι τα ανάλαφρα χρόνια που κάποτε έζησες κι ας σου φαίνονταν ζόρικα τότε και να ελπίζεις πως κάποια στιμγή θα βρεις τι θέλεις να κάνεις.

Δεν έβλαψες άλλωστε κανέναν εσύ. Εσύ τι θα σε έκανε ευτυχισμένο έψαχνες.

Κι ελπίζεις πως μέσα από όλα αυτά που κάνεις για να επιβιώσεις θα το βρεις.

Μπορεί άλλωστε όντως τα διαμάντια να είναι κρυμμένα στα λασπόνερα.




Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει

Δεν μπορείς να τά'χεις όλα. Και τα χρόνια περνάνε. Μάθαμε να ξεχνάμε και να μένουμε μόνοι. Και οι άνθρωποι (της ζωής μας) φεύγουν κι εμείς δεν αντιδράμε. 

Όλη σου η ζωή μια ζυγαριά. Μετράς πάντα τα υπερ και τα κατά. Μετράς τι σε συμφέρει. Μετράς τι φέρει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης. Μετράς που θα κερδίσεις τα περισσότερα. Συγκρίνεις και αποφασίζεις. Τα επίθετα καταλήγουν πάντα σε έναν συγκριτικό βαθμό και τίποτα δεν είναι ποτέ αμιγές και ατόφιο. Εσύ δεν είσαι καλός. Είσαι καλύτερος από κάποιον άλλο. Το φαγητό σου δεν είναι νόστιμο. Είναι νοστιμότερο από κάποιο άλλο. Τον άνθρωπό σου δεν τον θέλεις πολύ. Τον θέλεις περισσότερο από κάποιον άλλο. Κι εκείνος δεν είναι όμορφος. Εϊναι ομορφότερος από κάποιον άλλον. 

Δεν ξέρω αν θυμάσαι, όλη σου η ζωή, φτηνά μαθηματικά. 

Και πλέον οι άνθρωποι φεύγουν. Σαφώς, οριστικώς και αμετακλήτως. Φεύγουν. Γιατί υπάρχει κάπου κάτι που είναι καλύτερο από το εδώ. Όχι αρκετά καλό, αλλά καλύτερο. Κι εμείς δεν αντιδράμε. Κι εκείνοι φεύγουν. Ίσως το καλύτερο δεν μπορεί να διαρκέσει για πάντα αλλά προσωρινά αξίζει να πας να το βρεις. Προσωρινά. Ας πούμε. 

Δεν μπορείς να τα έχεις όλα. Όσο κι αν παζαρέψεις το ηλιοβασίλεμα, ποτέ δε θα τα καταφέρεις. Αναρωτιέμαι πάντα γιατί να μη μπορείς να τα έχεις όλα. Γιατί να μη μπορείς να είσαι πλήρης κι ευτυχισμένος συνεχώς. Γιατί να μη μπορείς να έχεις την αγάπη, τους ανθρώπους, την υγεία, το γέλιο, την έμπνευση, τα χρήματα και όλα όσα επιθυμεί η καρδιά σου για δικά σου. Και από τη στιγμή που ή το σύμπαν είναι ελαττωματικό και δε μας τα δίνει όλα, ή εμείς τότε γιατί μια ζωή αναρωτιόμαστε γιατί δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα. Γιατί όλα είναι εμπορικές συναλλαγές. Γιατί δεν αποκτάς τίποτα χωρίς να θυσιάσεις κάτι άλλο. Και συνήθως κάτι που θέλεις. Όχι κάτι που ε, δε βαριέσαι δεν το είχες κι ανάγκη. Έτσι κι αλλιώς από γενέσεως κόσμου τα πράγματα έτσι ήταν, τότε γιατί εμείς συνεχίζουμε να ελπίζουμε και να αναρωτιόμαστε; 

Εμένα τη σχέση μου με την απώλεια την ξέρεις. Έρχεται κάποια στιγμή το πλήρωμα του χρόνου και με γονατίζει. Ετεροχρονισμένα. Κάθε καλοκαίρι που περνάει, κάθε χειμώνας, κάθε ποτό, κάθε φαγητό, κάθε στιγμή, κάθε άνθρωπός μου, κάθε μελωδία, κάθε λέξη. Μου ξεφεύγει κάθετί κι εγώ κάποια στιγμή το συνειδητοποιώ και πενθώ. Και η απώλεια γίνεται βίωμα, παίρνει ανθρώπινη μορφή και γίνεται παρουσία. Κι έχει ένα θόρυβο εκκωφαντικό. Κι εγώ το ξέρεις, τους δυνατούς ήχους δεν τους αντέχω. Μπορούν να με πνίξουν. 

Έρχεται κάθε φορά το τέλος του καλοκαριού. Το τέλος κάθε καλοκαιριού. Κάθε τέλος καλοκαιριού. Κι εγώ πενθώ για κάθε προηγούμενο που πέρασε. Ακόμα και για αυτά που δε θυμάμαι. Ή που δεν ήταν όμορφα. Δεν ξέρω. Ίσως υπάρχει αυτό το θέμα με τις συνάψεις μου και όλα γίνονται ετεροχρονισμένα. Μου παίρνει ας πούμε χρόνο να τα καταλάβω. 

Κι ίσως να μην ευθύνομαι κιόλας που η ροή των απωλειών δε σταματάει ποτέ. Και που πάντα πρέπει κάποια να βιώνεις. Γιατί κάθε τι που έρχεται έφυγε από κάπου και όταν ήρθε έδιωξε κάτι και αν έρθει η στιγμή να φύγει τι μπορείς να κάνεις εσύ. 

Και αν τελικα ο στόχος είναι μια εξαγνισμένη καρδιά, μια καρδιά γεμάτη αγάπη και γεμάτη ανθρώπινα κομμάτια τότε έχει μια λογική το να έχεις πάντα κάτι να στερείσαι. Αλλά έτσι κι αλλιώς αυτό είναι προσωπική υπόθεση και οι μυρωδιές ξεχνιούνται μονάχα μόνο όταν σβήνει η αγάπη. 

Σε μια Αθήνα σκοτεινή, με διάσπαρτα λαμπάκια λυπήθηκα που πέρασε η φοιτητική μου ζωή και οι μόνες βόλτες με αμάξι που θυμάμαι ήταν στην Ξάνθη, στη θέση του συνοδηγού πλάι στη Μ. Που δεν έχω να θυμάμαι την πόλη που αγαπούσα πώς είναι να την οδηγείς. Πώς είναι να περνάς το βράδυ της από το Σύνταγμα και να διαλέγεις ποιο κομμάτι δρόμου θα σε ταξιδέψει. 

Λυπήθηκα. Που μεγάλωσα ίσως. Που όλα πια είναι σοβαρά. Που αυτή την εφηβεία δεν την ολοκλήρωσα ποτέ και που θά'μαι πάντα στα μάτια μου γύρω στα 16. Που πρέπει οι άνθρωποι να φεύγουν γιατί το συγκεκριμένο κομμάτι ουρανού κατέβηκε πολύ χαμηλά και δεν έχουν πού να ονειρευτούν.

Θα περιμένεις πάντα αυτούς που αγαπάς, και θα σου φαίνεται πάντα άδικο και παράλογο που φεύγουν. Γιατί σίγουρα δε γίνεται λόγος για αδύναμο δέσιμο κι εσένα η αγάπη σου μπορεί να πνίξει τον κόσμο όλο.

Κι αν η απώλεια θα μπορούσε να είναι κούνια μας, τότε μπορώ να καταλάβω γιατί δεν νιώθω έτοιμη να μεγαλώσω ποτέ. 





Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012

Πάντα κάποιος θα ταΐζει τα περιστέρια

Πόση συγκίνηση γεννά κάθε φορά ένα μικρό παιδί που ταΐζει τα περιστέρια. Πόσο αυθόρμητη και πηγάια η χαρά του μόλις το παραμικρό ψιχουλάκι που συνέθλιψαν τα χεράκια του γίνει τροφή για αυτά τα τόσο ενοχλητικά για εμάς τους υπόλοιπους πτηνά.  


 Συχνά πιστεύω πως όλος ο κόσμος βασίζεται πάνω σε λίγες μετρημένες αρχές. Σε λίγα αξιώματα που οριακά μετρώνται στα δάχτυλα των χεριών μας και που όμως αν και τόσο απλά, αν και τόσο στοιχειώδη και από όλους μας απτά, σπάνια είμαστε σε θέση να τα αντιληφθούμε και να τα αναγνωρίσουμε. Δεν ξέρω αν αυτό θα έκανε τον κόσμο καλύτερο, μα σίγουρα θα μείωνε το χρόνο που ξοδεύουμε χωρίς λόγο για να αναλύουμε, να συζητάμε και να ψάχνουμε λύση στο ελάχιστο.


Το κοριτσάκι σήμερα το πρωί δυο βήματα πέρα από τη γιαγιά του τάιζε τα περιστεράκια. Της έδινε λίγο απο το κουλουράκι της η γιαγιά κι εκείνο το έτριβε και τα τάιζε. Τι χαρα στα μάτια τας κάθε φορά που κάποιο έπαιρνε ένα ψιχουλάκι. Γελουσε και τα τάιζε. Συχνά έβγαζε κραυγές χαράς. Δεν ξέρω αν τρόμαζαν. Πάντωςδεν έφευγαν μακριά. Κάποια στιγμή το κουλουράκι τελείωσε. Μαζευε τα πεσμένα ψιχουλάκια από κάτω και τους τα ξαναπετούσε για να τα βρουν και να τα φάνε. Ήρθε και λίγο πιο κοντά μου και την είδα και την άκουσα πιο καθαρα. Τα φώναζε ψαράκια , τους έγνεφε σα να ητανε γατάκια και όταν πια ξέμεινε από ψιχουλάκια τους πετούσε και φυλλαράκια και αποτσίγαρα και ό, τι σκουπιδάκια έβρισκε. Η γαιγιά της δεν ενοχλούνταν, ούτε καν από το ότι το κοριτσάκι επιανε το πάτωμα ή τα σκουπίδια. Άλλα τσιμπολογούσαν λίγο ό,τι τους έδινε και άλλα δε συγκινούνταν πλέον καν. Δεν έφευγαν όμως. Εκεί! Περίμεναν. Λιγο πιο πέρα έιχε κάτι φωτα επιδαπέδια, από αυτά τα στρογγυλά που σε προκαλούν να τα πατήσεις. Δεν ήξερε τι έιναι και έβαζε τα χέρια της προσπαθώντας να καταλάβει πως ανοίγουν και τι κάνουν. Κι όταν δεν τα κατάφερνε φώναζε τα ψαράκια της, γνέφοντας τους όπως θα έγνεφε σε γατάκια και πετώντας τους πάλι αποτσίγαρα και σκουπιδάκια για να τη βοηθήσουν. 

Είμαστε κάτι άλλο από αυτό που νομίζουμε εμείς, από αυτό που νομίζει ο περίγυρός μας και από αυτό που νομίζουν οι έχοντες εξουσία πάνω μας. Η επιβίωσή μας εξαρτάται έιτε από την φιλανθρωπία των γύρω μας έιτε από τα συμφέροντα των εχόντων εξουσία πάνω μας. Μπορούν όποτε και αν το θελουν να μας στερήσουν ο,τι μας κρατάει στη ζωή είτε να μας δελεάσουν με κάτι άλλο που ενδεχομένως δεν χρειαζόμαστε. Μπορούν να αποφασίζουν για το τι έχουμε στ´ αλήθεια ανάγκη και σε ποιο βαθμό και επειδή έχουν τη δύναμη που τους εξασφαλίζει η εξάρτησή μας από τις επιλογές τους και τη "φιλανθρωπία" τους, μπορούν να μας ονομάζουν όπως θέλουν, να μας μιλάνε σε όποια γλώσσα θέλουν και να καθορίζουν ακόμα και το ανταλλακτικό μέσο και την αξία που θα χρησιμοποιήσουν. Οι έχοντες εξουσία πάνω τους ενώ ξέρουν και βλέπουν τι κάνουν και πώς μας συμπεριφέρονται δεν αντιδρούν και προσποιούνται πως το να εθελοτυφλεί κανείς είναι υποχρέωσή του, άλλωστε στο τέλος θα ζητήσει το λογαριασμό και ούτε λόγος για ρέστα. Τέλος, ό,τι κι αν κάνουν για να μας τρομάξουν, εμείς μένουμε πλάι τους ελπίζοντας πως θα ξαναβρούν κάποιο κουλουράκι και πάλι για να μας γλυκάνουν και συνεχίζουμε να υπακούμε σε κάθε επιταγή τους, σε όποια γλώσσα κι αν μας απευθυνθούν, με όοποιο τρόπο, όπως και αν μας αποκαλέσουν και χωρίς να μας πειράζει αν μας πετάξουν αποτσίγαρα για τροφή. Άλλωστε ο καθένας δίνει ό,τι νιώθει-μπορεί να μην έχει βλέπεις- ακόμα και αν αυτό δεν μας χρειάζεται ακόμα και αν αυτό θα μας κάνει κακό. Έτσι δε λειτουργεί ο κόσμος μας άλλωστε; Ή μήπως αυτοί που πουλάνε όνειρακαι ελπίδες σε μικροσκοπικά χαπάκια και γυαλιστερά περιτυλίγματα κάνουν κάτι διαφορετικό;