Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

πέφταν τ' άστρα

Χάθηκες κι εσύ κάποια βραδιά. 


Αυτό το τραγούδι, πριν καν αρχίζει η Παπίου να μιλάει με την ψυχή σου, σε στοιχειώνει. Όσες φορές κι αν το έχεις ακούσει, από όσες φωνές και από όσες μπάντες. 

Ξεκινάει μια μυσταγωγία κάθε φορά. Θαρρείς πως το ακούς πρώτη φορά και νιώθεις κάτι μέσα σου να αλλάζει. Ξέρεις τι θα ακολουθήσει, αλλά όχι επειδή το έχεις ξανακούσει. 

Δεν έχει σημασία που βρίσκεσαι, με ποιούς ανθρώπους, ή σε ποια στιγμή σου. Έτσι κι αλλιώς όλους αυτούς που θα σε καταλάβαιναν και θα σου έγνεφαν μόλις το ακούγατε, τους κουβαλάς πάντα μαζί σου. 

Μαύρος μάγκας ο καιρός. Μαύρο φίδι. 

Και δε θα υπάρξει ποτέ καμιά θάλασσα να σε χωρέσει, κανένας ουρανός να ονειρευτείς. Βγαίνεις κάθε βράδυ. Να πνιγείς σε κάτι ή να πνίξεις όλα αυτά που κρύβεις μέσα σου. Που παλεύουν πάντα να αναδυθούν.Πότε χάνεσαι στην άβυσσο και πότε κυνηγάς τα αστέρια. Κι αναζητάς την τρυφερότητα στα χρόνια σου και τις στιγμές σου. 

Είναι όλα θολά σ' αυτό το τραγούδι.

Κι αναρωτιέσαι πάντα γιατί το "έκαιγε ο Θεός το πριονίδι", έγινε "πέλαγο η φωνή του Καζαντζίδη", και γιατί τα χρόνια αντί να τα καπνίσεις σαν τσιγάρο τα έσβησες. Αν το έζησες αυτό που ακούς ή αν ό,τι νιώθεις στο γεννά η μουσική του. Γιατί μετά την Παπίου δεν έχει νόημα να το ακούσεις να το λέει άλλος, και γιατί την Παπίου τη στοίχειωσε αυτή η ερμηνεία.

Γιατί ποτέ δεν είσαι σίγουρος αν οι αιώνες ήταν παγωμένοι ή η νύχτα πάγωσε κάποια βραδιά. 

Και είναι άδικο να μένει μόνο μια νύχτα. Γιατί δυο ψυχές που φτιάχτηκαν για το μαζί δε μπορεί να χάθηκαν. Δε μπορεί να χαθούν. Είναι δραματικό το να μη βρίσκουν καταφύγιο. 
Δε μπορεί να αντέχουν να περνάνε τη ζωή τους σε μια ανάμνηση. Με μια ανάμνηση. Και να αποκτούν πάντα το νεύμα της ματαιότητας κάθε φορά που ακούν πως υπήρξαν κάπου δυο ψυχές ξένες, καταδικασμένες να ερωτευτούν και να ταιριάξουν μοναδικά και δε βρέθηκε τρόπος για το μαζί τους.

Δεν ελπίζω πως θα πάψει αυτό το τραγούδι να έχει την αίσθηση του απόλυτου και του ολόκληρου. Έστω και αν καταλήγει μάταιο.

Ελπίζω μόνο πως κάθε ψυχή που βρίσκει το άλλο μισό της και καταδικάζεται στον έρωτά του, δε θα δειλιάζει στο πρώτο αδιέξοδο.

Άλλωστε όταν σου γνέφει η καρδιά, να την ακούς.


Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Στη στεριά σου σα νά'μουν κοχύλι

Και σε λούζουν δέκα ήλιοι, σε τυλίγουν δέκα κύματα και παλεύεις να κρατηθείς από την άμμο. Μια μελωδία τόσο υδάτινη, μια φωνή τόσο ηλιοφώτιστη και μια ανάγκη τόσο σαφή...

Σ'αγαπώ, είμαι άβουλο θεριό.

Θέλω να τρέξω πάνω σου σαν παιδί

σαν σκυλί που ψάχνει ένα χάδι.

στη στεριά σου σα νά'μουν κοχύλι.

Και μια χαρά τόσο απέραντη σε πνίγει σχεδόν. Και ταξιδεύεις κάπου χωρίς καμιά εικόνα στο μυαλό σου. Μέσα σε μια μελωδία ή σε ένα αίσθημα γιατί αυτό που νιώθεις εσύ δεν έχει εικόνα. Δεν περιγράφεται. Μοιάζει μονάχα με την αίσθηση του ήλιου στα βλέφαρά σου, όταν ξαπλώνεις στα ρηχά. Και δεν μπορείς να ξεχωρίσεις αν ζεις σε ταινία, αν όλο αυτό το φαντάστηκες... Εσύ κρεμιέσαι μονάχα από δυο χείλια και σε ξεβράζει ένα κύμα. Και τι σημασία έχει αν αύριο είναι Κυριακή, ή σήμερα Δευτέρα, ή αν δουλεύεις ή αν διαβάζεις. Εσένα η καρδιά σου γέμισε μυρωδιές της άνοιξης μες στο κατακαλόκαιρο. Και μένεις ξύπνιος και ακούς τους ήχους της βραδιάς κι ένα αμάξι κάπου λίγο πιο έξω φεύγει να πάει να αφήσει κάπου ένα "Σ'αγαπώ". Να το δηλώσει. Σε μια πράξη αυτοθυσίας. Κι ένα αγόρι κυνηγάει να κλέψει το γέλιο ενός κοριτσιού κάτω από το μπαλκόνι σου. Μπορεί και το φιλί του. Μια παρέα τσουγκρίζει τις μπύρες της δίπλα στις γραμμές του τραίνου. Κι εύχεσαι νά'ναι στην υγεία τους. Και κάποιος χαϊδεύει ένα κοχύλι κι ας μη το έδεσε με καμιά στιγμή ιδιαίτερη. Κι εσένα σου μυρίζουν θάλασσες. 

Και τι σημασία έχει το αύριο όταν έχεις το τώρα. Τη στιγμή σου. Το αίσθημά σου. Ατόφιο.
Κι έχεις κι ένα τραγούδι να σου θυμίζει πώς νιώθονται οι στιγμές.
Πώς πρέπει να αγαπάς, πώς πρέπει να λαχταράς και πώς να δίνεσαι.
Πώς να αφήνεσαι. 

Για να καταλάβεις την ελεύθερη πτώση χρειάζεσαι μονάχα μια αγκαλιά. Τόσο βαθιά που νά'χεις κάθε μέρα και λίγο ακόμα να βουτήξεις.



Άβουλο θεριό - Μαρία Παπαγεωργίου & Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης