Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

(α)πιστη

Τι με ρωτάς; Σου τά' χω πει πως δεν πρέπει κανείς να πιστεύει. Σε τίποτα. Ειδικά έμψυχο. Κυρίως όταν δεν μπορεί να φανεί μεγαλόψυχος και να συγχωρέσει. Είναι μετρήσιμη η ανθρώπινη ψυχή κι εύκολα πουλιέται. Και ξεπουλιέται. Ναι. Αυτό που σήμερα μοιάζει βράχος, αύριο με ένα φύσημα ενός ανέμου μίλια μακριά γίνεται σκόνη. Άμμος γίνεται και πια δεν ξεχωρίζει. Δε συγκρατεί. Γίνεται πάτος και βυθός και έδαφος σαθρό κι ακόμα και αν δεν το θέλει τα βήματά σου πάνω του μόνο πιο χαμηλά μπορούν να σε τραβήξουν. Μα πόσο αφελής μπορεί να είσαι; Όταν ήσουν μικρό δε σου είπαν πως ο κύριος που μοιράζει καραμέλες και φοράει μαύρα ρούχα κάτι κρύβει; Κι ακόμα να βάλεις μυαλό; Τι περιμένεις; ΑΝ ο κόσμος ήταν παράδεισος και οι άνθρωποι Θεοί να τους πιστεύεις ποιος θά'βαζε έννοια στο κεφάλι του θρησκείες και ζωές μετά το τέλος; Ποιος θα δέσμευε την αλήθεια σου για να μην παραδειγματιστούν κι άλλοι και πάψει η προδοσία να είναι μυστική; Προσπαθώ να σε πείσω τόσα χρόνια μα εσύ εκεί. Ταγμένος στο σκοτάδι. Καλύτερα να καείς στο φως. Στο σκοτάδι υπάρχει μονάχα μια αίσθηση λήξης. Στο φως όμως;
Κάθε φορά το ίδιο. Φτιάχνεις το παραμύθι σου και τρυπώνεις μέσα. Κι είσαι και βέβαιος πως και στη ζωή σου έτσι είναι όλα. Μα θύμισέ μου! Εσύ πουλήθηκες ποτέ; Την ψυχή σου που κλαις και που λυπάσαι θα την εμπιστευόσουν; Εσύ, εκ των έσω. Που τα μυστικά σου τα ξέρεις και γίνονται νυχθημερόν ενοχές και σε καίνε. Μόνο ως πού μπορείς να φτάσεις δεν ξέρεις. Πόσο όχι-εσύ μπορείς να γίνεις. Πόσο κι εσύ ακόμα θα μπορούσες να σε μισήσεις και να σε φοβηθείς.
Στό'χω ξαναπεί. Η προδοσία είναι πράξη αυστηρά εγωκεντρική. Ξεκινά και τελειώνει σε εσένα. Με εσένα. Μη μπερδευτείς! Δε σου ζητάω να πνιγείς στη μοναξιά. Γίνεται δυο ψυχές να φτάσουν στο επέκεινα και να μην προδοθούν. Μα όχι όλες. Χρειάζεται κλειδί και κλειδαριά. Με τρόπο αμφιμονοσήμαντο(θεωρώ). Γι'αυτό να ελπίζεις. Το μυστικό συνδυασμό να προσμένεις.
Χωρίς πίστη όμως.

Για να πιστέψεις περίμενε πρώτα το θαύμα.

Έτσι έκαναν λέει και οι πιστοί Χριστιανοί. Και έπεφταν τη νύχτα για ύπνο ήρεμοι.

Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

ναι, είπα



Αγαπώ τους ανθρώπους που τρέχουν να προλάβουν το λεωφορείο τους και που δε σταματούν να προσπαθούν ακόμα και όταν βλέπουν τις πόρτες να κλείνουν. Νιώθω πως τρέχουν να προλάβουν έστω και μια παραπάνω στιγμή της ζωής τους. Κι αυτό με συγκινεί.

Μετρό. Στάση ΑΚρόπολη και το shuffle του ipod μου έστειλε τη Μελίνα Ασλανίδου να μου κάνει παρέα. Χτες αργά το βράδυ ξεκίνησε το παραμύθι. Ένα αυτο-κριτικό μήνυμα σε λίγες γραμμές τά'λεγε όλα:"Ερωτευμένη με τον έρωτα. Αυτό είσαι!". Και το προβάλεις στον πιο κοντινό πειρασμό κάθε φορά, προσθέτω εγώ. Τό'χει η καρδιά σου ρε παιδί μου, το θέλει όσο τίποτα να ερωτευτεί, να δώσει, να μοιραστεί, να ζήσει. Παρέα. Το ζητάει το δέρμα σου και πάνω από όλα οι πληγές σου το χάδι και την αγκαλιά.

Ξεκινώντας από το άγαλμα της Μελίνας(σύμπτωση τα ονόματα γλυκιά)όπως κάθε φορά, περπατώ το δρόμο των αφορμών και ζωντανεύω όλες τις εικόνες που μού'γιναν πληγές μα κατέληξαν να είναι ένα γλυκό μουδιασμένο χαμόγελο τη στιγμή που τα μάτια φτάνουν κάθε φορά στο σημάδι.

Πάντα στην αρχή συγκρίνεις. Κι όλα σου μοιάζουν πρωτόγνωρα. Ξεχωριστά. Κι υπάρχει βέβαια και μια φορά που πράγματι είναι. Και τότε λες "Θα παω. Δεν το αφήνω. Θα πάω κι όπου βγει.". Είπαμε άλλωστε. Τό'χει η καρδιά! Όλες τις άλλες φορές πνίγηκες στην άρνηση και στους δισταγμούς. Αλλά αυτή τη φορά είναι αλλιώς και τόσο που την αγαπάς τη στιγμή σου και τη ζωή σου δε θα την αφήσεις να σου γλιστρήσει.

Απλώνεις τον εαυτό σου, τα καλά και τα άσχημά σου, αυτά που ξέρεις κι αυτά που σου λείπουν κι αναζητάς συνταξιδιώτες να ταιριάξει ο ένας στο παζλ του άλλου και να μάθετε τη στιγμή σας παρέα. Βλέπεις τα πιθανά ταιριάσματα κι όποτε νιώσεις αρμονία τραβάς το χέρι του άλλου κι αρχίζουν τα από κοινού. Για όσο.

Δεν είσαι ολόκληρος. Ακόμα. Κι αυτό ναι, φέρνει φόβο. Ανασφαλής παρουσία είσαι και τρέμεις μην το δουν. Μα η δειλία στη ζωή είναι κατακριτέα κι εσύ προτιμάς τον πόνο από το κακό όνομά σου. Γι'αυτό και δεν αφήνεις τίποτα να σου ξεφύγει. Κι αυτό να ξέρεις. Θα χρειαστεί να το μάθεις και σε άλλους. Φοβούνται οι άνθρωποι να παίξουν. "Σαν δει η μάνα τσακισμένα τα γόνατά μου θα με κατσαδιάσει" έμαθαν να λένε από παιδιά και προτιμούσαν πάντα να κοιτούν το παιχνίδι από μακριά.

Μα δεν είναι έτσι. Είναι στ' αλήθεια η ζωή μια τρέλα. Ένα παιχνίδι΄Και τα παιδιά ξεχωρίζουν από τα μάτια κι απ'τα παιχνίδια τους. Γι'αυτό μη σταματάς. Σε τίποτα. Ο έρωτας είναι τρόπος ζωής. Κατοικεί σε σώματα και ψυχές που δεν το φοβούνται και παίρνει μορφή σε πρόσωπα που δηλώνουν υπόσχεση για ομορφιά και ταίριασμα. Μην μπερδευτείς. Δεν είναι πάντα ο ίδιος. Είναι φορές που είναι ρυάκι, κι άλλες ολόκληρη θάλασσα και σε πνίγει. Μα δε σταματάει ποτέ. Άμα τό'χεις το σαράκι μην ψάξεις ποτέ για φάρμακο. Πρόσωπα ψάξε μονάχα να του δώσεις μορφή. Και ταξίδεψε. Μαζί του. Τέχνη είναι ο έρωτας. Ποίηση. Κι αν αγαπάς την ομορφιά πέσε με τα μούτρα. Μάθε τον. ΕΛευθέρωσέ τον. Κάν'τον τραγούδι και χάδι και εικόνα και κίνηση και ζήσε τη ζωή σου μέσα από αυτόν.

Κι αν πληγωθείς μη φοβηθείς. Το λέει το τραγούδι της Μελίνας. Πες πως είναι τρύπια τα παντελόνια σου απλά και πάμε για άλλα όπως όταν ήμασταν μικρά.

Ναι! Είπα. Στους άλλους όχι! Είπα. Αλλά δεν αφορά και κανέναν αυτό.
Αλλά εγώ ξέρεις! Το είπα το ναι.
Ντράπηκα βλέπεις να πω, φοβάμαι τη ζωή.

Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

λευκή καταιγίδα


Έβαλα πάλι τα χιλιόμετρα να μετρούν. Μόνο που αυτή τη φορά δε θα μας φέρουν κοντά. Απλά συχνά το έχεις ανάγκη και τα βαζεις να τρέχουν. Στη διαδρομή πότε βγαίνει ο ήλιος και μου θυμίζει εσένα. Πότε κρύβεται. Και πάλι εσένα μου θυμίζει. Τους φόβους σου. Όλα αυτά που σε καθίζουν ή σε πνίγουν και σε αναγκάζουν στη φυγή.

Δε φταις εσύ.

Στις παιδικές ταινίες που αγαπούσα πιο πολύ, θυμάμαι πιο έντονα τις στιγμές που ακουγόταν το soundtrack της κάθε μίας. Που η μελωδία έβγαινε από τα κοράλια στους βυθούς, τις φυσαλίδες που χάιδευαν την ουρά μιας γοργόνας, τον άνεμο που τρύπωνε στα ταξίδια της καλαμιάς δίπλα στη θάλασσα, το πέταγμα των πουλιών στον πρωινό ουρανό, τα φύλλα των δέντρων στο απογευματινό αεράκι ακόμη και από ένα χάδι στην πλάτη, ή στο χέρι.

Το ipod στα ταξίδια είναι η καλύτερη παρέα. Ο χρόνος τρέχει πλάι σε μουσικές και σε σκηνές που δεν είναι ποτέ οι ίδιες. Ίσως δηλαδή νά’ναι στιγμή και εικόνα σαν αντιστοιχία. Και ένα τόσο δα πραγματάκι προσθέτει σε αυτό το δυσεύρετο ζευγάρι και τη μουσική. Και ναι, αυτό αγγίζει τα όρια της ευτυχίας.

Τυχαία κάπου 100χιλιόμετρα μακριά από την επιστροφή έπεσε στο δρόμο μου ένα παραμύθι. Από αυτά που μεγαλύτερη αξία έχουν οι ιστορίες που φτιάχνεις εσύ ακούγοντάς τα. Μιλάει για μια λευκή καταιγίδα και το εγραψε ο Παύλος Παυλίδης. Κι ο κόσμος μου μαγεύτηκε και δε μπορώ να επιστρέψω από τότε.

Ο Παύλος τραγουδούσε και τα καλώδια της ΔΕΗ έπαιζαν κιθάρα, τη μελωδική γραμμή, πλήκτρα ακούγονταν από τα φώτα του δρόμου και το ολοστρόγγυλο σχήμα τους, ηλεκτρικό ήχο άφηναν οι ρόδες του αμαξιού σε κάθε φρενάρισμα, βιολί ακουγόταν στο πέταγμα των πουλιών μέσα από τις φυλλωσιές και τσέλο στα σύννεφα που δε σταμάτησαν να τρέχουν.

Οι εικόνες που ήρθαν δεν ξέρω αν ήταν δικές μου, του Παύλου, ή της διαδρομής. Μπορεί να ανήκαν και στους 3 μας και δεν έχει και πολλή σημασία. Άλλωστε τη φωτιά, τη συγκεκριμένη υποθέτω την έχουμε μοιραστεί. Ίσως και από κοινού.

Το σκέφτομαι συχνά τις τελευταίες μέρες το «αν το πιστέψεις στ’αλήθεια η αγάπη μπορεί» όπως και το «αν αφεθείς σ’οδηγάει ο δρόμος». Δεν ξέρω και πολλούς από εμάς να τα κάνουν. Ναι, και τα δύο. Πόσοι νομίζεις ξεπερνάνε τις πληγές τους και μπορούν να ξαναπιστεύουν σε ανθρώπους και να αφήνονται σα να είναι η καρδιά τους εφηβική κι ο κόσμος όλος να μοιάζει παιχνίδι. Και είναι που καμιά φορά αυτή η στιγμή γίνεται τόσο δυνατή που μόλις τελειώσει, παγώνεις κάθε αισθητήριό σου και ξαναζεις την ίδια στιγμή για καιρό, ώσπου ένα πρωί ξυπνάς και σε πραγματικό χρόνο η ανάμνηση παύει να είναι γλυκιά και γίνεται ερωτηματικό και μελαγχολία. Και όσο κι αν πλέον δε θυμάσαι ακέραια κάποια πράγματα ξέρεις πως αυτό που νιώθεις δεν έχει σβήσει και έτσι κι αλλιώς δε γεννήθηκε για να σβήσει. Κι αυτή ακριβώς η μαγεία του αισθήματος αυτού ήταν που σε έκανε να το βάλεις στα πόδια. Γιατί μπροστά στο θαύμα η ανθρώπινη φύση κρίνεται αδύναμη και όταν δε διαλέξει να αναγκαστεί να πιστέψει, φεύγει! Και έχεις για πολλά χρόνια μετά μια ευκαιρία να μετανιώνεις. Ξέρεις, αν γύριζες το χρόνο πίσω θα τα έκανες αλλιώς αλλά από τη στιγμή που δε γίνεται διαπραγματεύεσαι με την πίστη σου αν θα ξανακερδίσεις αυτή την τελευταία ευκαιρία τουλάχιστον να μη φανείς λιγότερος ή ανάξιος του θαύματος αυτού. Κι όσο κι αν ξέρεις πως είναι αχαριστία, θα πλήρωνες όσο όσο να μπορέσεις να το ξαναδεις το θαύμα αυτό και ας μη γελιόμαστε, να γίνει μοναδικό από το μαζί με εσένα.

Δε φταις εσύ.

Αν δεις μπροστά σου δρόμους να ανοίγονται τί θα διαλέξεις; Να τους τρέξεις ή να μείνεις να τους κοιτάς;

Μην αφήνεις τα όνειρα να μένουν όνειρα. Ζούμε μονάχα αυτό που κυνηγάμε. Έτσι κι αλλιώς. Αν δεν ξαπλώσεις με όμορφες σκέψεις για να σου φέρουν και όμορφα όνειρα, τότε και αύριο που θα ξυπνήσεις στα προχθεσινά σου όνειρα θα γυρίσεις.

Φοβάμαι μονάχα αυτή μου την ανάγκη, στο τέλος κάθε δρόμου να με περιμένεις. Όπως και στο τέλος κάθε ονείρου, το ίδιο.

Να ξυπνήσω πλάι σου περιμένω.

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

εφιάλτης

Είχες κι εσύ τον ίδιο εφιάλτη; Να σε καταδιώκουν κι ενώ ο μόνος τρόπος να σωθείς είναι να σε βοηθήσει κάποιος άλλος, τρόπος να του το ζητήσεις δεν υπάρχει. Ανοιγοκλείνεις μανιωδώς το στόμα σου εξαντλώντας όλη την ενέργειά σου σε αυτό κι όμως φωνή καμιά και σανίδα σωτηρίας επίσης. Είναι από τα λίγα όνειρα που είδα και θυμάμαι ακόμα και μάλλον θα τα θυμάμαι και για πάντα. Σκέψου έρχονται στο μυαλό μου οι σκηνές αυτές και νιώθω την όψη μου να ντύνεται στην απόγνωση.

Είμαι λίγο άρρωστη αυτές τις μέρες. Από χτες ο λαιμός μου είναι κλειστός. Κι όταν βυθίζεσαι στη σιωπή μπορείς μάλλον καλύτερα από ποτέ να αφουγκραστείς τον εαυτό σου. Όλα αυτά που θέλεις να πεις και δεν τολμάς. Όλα αυτά που πριν γίνουν λέξεις, γίνονται φόβος, πόνος έρωτας, δάκρυ, χαμόγελο και συχνά σε λυτρώνουν από περιττές φλυαρίες. Ξέρω. Καμιά φορά σε καθίζουν όλα αυτά τα ανείπωτα. Σε πνίγει το ενδεχόμενο τα όσα νιώθεις να μένουν δικά σου και να μη φτάνουν να γίνουν η πρόθεση-πρόσθεση μπροστά στο αίσθημά σου. Οι ρυτίδες και οι εκφράσεις του προσώπου σου δεν αντέχεις να παρασύρουν αλλού όλα αυτά τα ποτάμια που ξεχειλίζουν από μέσα σου. Ναι, είναι σαφές πως το αίσθημά σου είναι αυστηρά προσωπική υπόθεση μα η ολοκλήρωσή του έρχεται-τουλάχιστον στα δικά σου μάτια-στο μαζί και στη στιγμή που το μοιράζεσαι. Και πώς να αντέξεις τα αισθητήρια του άλλου να κινητοποιούνται από άλλους μηχανισμούς από αυτούς που διεγείρει κάθε δική σου στιγμή;

Και τότε αποφασίζεις να επικοινωνήσεις αυτό που νιώθεις, αδυνατώντας να αντιληφθείς πως πομπός και δέκτης πρέπει να μοιράζονται τον ίδιο κώδικα, αλλιώς η όποια προσπάθεια μάταιη θα αποβεί και μοιραία θα αποτύχει.

Μα τώρα που δεν έχω μιλιά να σου τα κάνω αλήθεια και αξίωμά σου τα όσα κρατάω για δικά μου ως τώρα, ξεχνάω κώδικες κοινούς κι αδυναμίες του παραλήπτη ή του αποστολέα. Σε μια σιωπή απάνθρωπη παλεύω με μοναδικό μου όπλο την ίδια τη σιωπή μου, να σε κάνω να με ακούσεις για μια στιγμή. Να νικήσω τον κάθε θόρυβο και η μελωδία που έχω να σου χαρίσω να φτάσει απερίσπαστη μεσα στην καρδιά σου.

Είναι βλέπεις, που μισώ τους εφιάλτες και που από παιδί πιστεύω πως αν πριν ξαπλώσεις νιώσεις ένα χάδι ασφαλείας, θα δεις στον ύπνο σου όλα αυτά που θέλεις να ζήσεις στ'αλήθεια. Κι αν όσα νιώθω σου χαιδέψουν το μέτωπο και τα κλειστά βλέφαρά σου, τότε μόλις ξυπνήσεις θά'ναι σίγουρα ο κόσμος σου γεμάτος μουσικές.

Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

μισοφέγγαρο

Είπα να σου στείλω για καλημέρα σήμερα. Ένα στρογγυλό σε θέλω κι ένα μου λείπεις μισοφέγγαρο, να σου θυμίσει την αγκαλιά μου που δεν έπαψε ποτέ να σε περιμένει. Να σ'αποζητά. Γιατί δεν ξέρω αν το είχες προσέξει μα ήσουν ο μυστικός συνδυασμός που ξεκλείδωνε την κλειστή αγκαλιά μου, ελευθέρωνε τα δύσκαμπτα χέρια μου κι έκανε την καρδιά μου δοτική. Γλυπτό καριβό εσύ κι εγώ καλούπι να σε αγκαλιάσω και να σε ταιριάξω για νά'χεις πάντα προστασία. Να μη μπορεσει να σε φθείρει ο καιρός.

Δε σου έστειλα όμως. Ούτε και σου τηλεφώνησα. Ούτε στα χέρια μου πήρα ποτέ το τηλέφωνο. Αν το ακουμπούσα, τότε σίγουρα τα δάχτυλά μου, ανυπάκουα καθώς τα ξέρεις θα σε είχανε ζητήσει. Την είχες κυριεύσει την αφή μου. Ίσως πιο πολύ από κάθε άλλη αίσθηση. Κι είπα να το αποφύγω.

Βάζω σημειωματάκια στους τοίχους. Γράφω σε πολύχρωμα χαρτάκια την απουσία σου για να μην ξεχνιέμαι και λυγίζω. Γιατί η μνήμη μου ασθενεί κι είναι κι αυτή ακόμα με το μέρος σου και κάθε τόσο αποξεχνιέμαι και ψάχνω στα σκοτάδια να σε βρω. Καμιά φορά ανασαίνω και βαριά. Και σ'όλο το σπίτι ξυπνούν άνεμοι και η απουσία σου, χαρτάκι,βλέπεις, στον άνεμο, παρασύρεται. Κι όσο δεν έχω κάτι να μου τη θυμίζει ζω μονάχα με την ανάγκη να σ' έχω πλάι μου.

Κι είναι σαφές πως στις ανάγκες μου μπροστά δεν έχω ελπίδα να αντισταθώ.
Και σου το αφήνω για μυστικό πως δεν το θέλω κιόλας.

Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

clown

Ξέρεις τι ζήλευα μικρή όταν έβλεπα κλόουν στα παιδικά πάρτυ; Τη στιγμή που θα ξεβάφονταν. Που θα άλλαζαν πρόσωπο.

Καμιά φορά και τώρα. Βγαίνω έξω και βάφομαι μόνο και μόνο για αυτή τη στιγμή. Που θα γυρίσω σπίτι, λίγο ζαλισμένη από το ποτό και λίγο κουρασμένη από τις καινούριες στιγμές που προστέθηκαν στο πολύχρωμο κολάζ μου και με ξυπόλυτα ποδαράκια θα κάτσω στο πάτωμα μπροστά στον καθρέφτη και θα αρχίσει η αποκαθήλωση.

Δεν ξέρω αν μου αρέσει το πρόσωπό μου άβαφτο. Το δέρμα μου, τα χλωμά μάγουλά μου, τα δαγκωμένα χείλια μου. Ή αν τα προτιμώ όλα αυτά καμουφλαρισμένα. Σίγουρα όμως αν υπάρχει μία στιγμή που το κοίταγμα στον καθρέφτη έχει αξία είναι μόλις το λευκό βαμβάκι αλλοιώσει την όψη της μάσκας που με τόσο κόπο πριν λίγες ώρες είχα φτιάξει. Τότε που το μέτωπο αρχίζει να γυαλίζει όπως πέφτει το φως και τα μαγουλάκια παύουν να θυμίζουν απόγευμα ανοιξιάτικο και εφηβικό έρωτα. Όταν τα χείλια δεν έχουν σχήμα, περίγραμμα και γεμισμένο κέντρο, μα είναι απαλά, ενυδατωμένα και αποχρωματισμένα. Όταν τα μάτια σταματούν να συγκεντρώνουν το βλέμμα και να το περιγράφουν και το αφήνουν ελέυθερο να χαθεί στη δίνη της μαύρης τρύπας που αφήνει το μαύρο μολύβι μετά το πρώτο βαμβακένιο πέρασμα. Νιώθεις εκείνη τη στιγμή σα να ξαναβρίσκεις τον εαυτό σου. Σα να ξαναγυρίζεις σε κάτι που ήσουν. Παλεύεις να βγάλεις από πάνω σου κάθετί το ξένο και αυτή τη στιγμή τη νιώθω πολύτιμη. Τόσο δική μου. Μια πλαστική κούκλα που σιγά σιγά παίρνει ανθρώπινη μορφή κι ανθρώπινα λάθη. Που στην ιδιωτικότητά της και με τον εαυτό της ξέρει να είναι αληθινή και τα λάθη που κάνει τα βιώνει σα θύτης και σα θύμα κοιτάζοντάς τα κατάματα.

Απόψε θα βγω μάλλον. Και θα βαφτώ. Θα φυλακίσω τα μάτια μου και τον τρόπο που σε κοιτούν για να μη με κατηγορείς πως πάντα φεύγω. Κι όταν γυρίσουμε στην αγκαλιά σου θα σε αφήσω να με ξεβάψεις εσύ.. Δε με νοιάζει που θα διαπιστώσεις πως τα μάγουλά μου δεν είναι τριανταφυλλιά και που θα δεις τα χείλια μου διψασμένα. Με νοιάζει που θα δεις πώς σκοτεινιάζει το βλέμμα μου. Κι ελπίζω πως αυτή τη φορά δε θα φοβηθείς.

Να με κοιτάξεις..

Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

λύκος


Πάλεψα. Κάμποσα χρόνια. Ήτανε Μάρτης του '08 όταν είπα θα αλλάξω. Και τώρα πάει να φύγει το '10 τρέχοντας. Τι φταίει κι αυτό! Αδιόρθωτα βλέπεις, τα μάτια και οι καρδιές. Μη σου πω για τα λάθη αυτών πόσο δε διορθώνονται.
Που λες, ήμουν ένα κοριτσάκι. Με σγουρά μαλλιά, κοντή φουστίτσα,μακό μπλουζάκι και ριγέ ροζ-μαύρες ψηλές κάλτσες και ένα ζευγάρι ροζ σταράκια. Είχα και μερικές φακίδες στη μυτούλα και έμοιαζα παραμυθένια. Έτσι ήταν η pocket-version που λέει και η Μ. και είχα συρρικνωθεί και ήμουν εντελώς αυτό μέχρι τότε. Και δεν το είχα καν συνειδητοποιήσει. Ένα απόγευμα, μια νεράιδα μου τραγούδησε και έπαψε πια το σώμα μου να κρύβεται και η ψυχή μου να φοβάται να μεγαλώσει. Από τότε άρχισα να μαζεύω στιγμές και να αγαπώ ανθρώπους απόλυτα. Από τότε άρχισα έστω και σπάνια να ζω. Πάλευα μέρα νύχτα με εφιάλτες και προσπαθούσα να βρω ένα χέρι να σταθεί πλάι μου ασάλευτο μέχρι να καθαρίσω τα γόνατά μου και να σηκωθώ από τα χώματα και να περπατήσουμε παρέα. Σου μιλάω για προσπάθεια μανιώδη. Και τι αστείο, πάλευα πάντα να πείσω τους γύρω μου πως δεν το χρειαζόμουν. Πως το μαξηλάρι μου το βράδυ δε φιλοξενεί πολέμους και πως κρατάω γερά. Το μυστικό της Pocket-version ήταν καλά κρυμμένο ώσπου να σιγουρευτώ πως άρχισα να παίρνω ανθρώπινη μορφή και υπόσταση επιτέλους. Μια μέρα σιγουρεύτηκα. Δεν ξέρω πως. Ίσως επειδή ένιωσα έντονο πόνο και στα παραμύθια ο πόνος αποσιωπάται.
Και τότε είπα τέλος τα μυστικά. Τέλος οι δεύτερες σκέψεις. Τέλος οι φόβοι. Σε αυτούς που η ψυχή μου ανοίγεται θα αφεθώ. Κι άρχισαν τα μυστικά μου να γίνονται κώδικας μεταξύ μας, οι φόβοι μου συμμετοχική εργασία και οι στιγμές μου αλήθεια. Και σιγά σιγά μεγάλωνα.
Δυστυχώς δε μεγάλωνα μόνη. Μεγάλωνε πλάι σε εμένα και κάτι που έφτασε να με ξεπεράσει. Λέγεται "εγώ" και είναι η πιο πρόστυχη και φτηνή παρουσία που γνώρισα ποτέ.
Μια μέρα προτού το καταλάβω κατασπάραξε εμένα και όλα όσα αγάπησα. Δε ζούσα πια στιγμές, αλλά μετρούσα. Και ξέρεις, αν τους αγαπάς έστω και λίγο τους αριθμούς κάποια στιγμή γίνονται τρόπος σκέψης σου. Έτσι κι εμένα. Μια φτηνή αριθμητική η ζωή μου.
Η φοβισμένη pocket εκδοχή μου έχασε το δρόμο της. Και άντε να της πεις τόσο ξεροκέφαλη που είναι πως κάπου στο δάσος παραμονεύει ο κακός ο λύκος και πως μπορεί να πάρει μορφές ανθρώπων. Και πως δεν κινδυνεύει να τη φάει, αλλά να την πληγώσει. Πως μπορεί ακόμα και να μπει στο σώμα της. Και πως εκείνη δε θα το καταλάβει καν. Μονάχα μια μέρα θα φτάσει που θα προδώσει τον ίδιο της τον εαυτό. Το αίσθημά της. Χωρίς καν να το πάρει μυρουδιά.
Γιατί η προδοσία, δεν ξέρω αν το ξέρεις, είναι μια πράξη αυστηρά εγωκεντρική. Εσύ προδίδεις. Εσένα. Εσύ πληγωνεις. Εσένα. (Απλά ως προς την πληγή τη μοιράζεσαι κιόλας.) Εσύ απογοητεύεις. Εσένα.
Εσύ χάνεις.
Εσένα.

Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

Για' μάς τους δύο


Τι ερωτεύεσαι; Δεν αρχίζω με εισαγωγές και προλόγους. Πες μου ειλικρινά! Τι ερωτεύεσαι;
Σου υπόσχομαι να μη σε κρίνω. Να μη σχολιάσω. Να μη σε χαρακτηρίσω και να μη σε πιέσω να τα δεις αλλιώς. Μα πες μου!
Ώρες ώρες σκέφτομαι πως έρωτας είναι ένα βλέμμα. Μια στιγμή. Ένα αίσθημα μη ελεγχομενο. Άλλες πάλι το εκλογικεύω. Το κάνω μετρημένα κουκιά και το αθροίζω για να δω ποιος θα επικρατήσει στη ζυγαριά μου. Φτηνό. Το ξέρω. Μη με κρίνεις όμως κι εσύ.
Έχω ερωτευτεί βλέμματα. Χάδια. Αγκαλιές. Στιγμές. Τραγούδια. Στιχάκια. Μελωδίες. Γεύσεις. Μυρωδιές. Μη σου λέω ψέματα. Κι ανθρώπους ερωτεύτηκα. Και σώματα. Και χαμόγελα.
Αλλά δε θέλω να κρύβομαι. Αυτό που πιο πολύ από όλα ερωτεύτηκα ήταν η έκθεση. Η ας το πούμε αυτοθυσία. Το σε θέλω και πνίγομαι τόσο από αυτό που νιώθω που άσε μου δυό στιγμές την καρδιά σου ανοιχτή για να στο πω και μετά γίνε πάλι πάγος. Τα βραδινά τηλεφωνήματα κι ας χάλασαν όμορφα όνειρα. Τα μηνύματα για όμορφο ξύπνημα. Τα στιχάκια που αλλο θέλησαν να πούν και για άλλο τα αγγαρέψαμε. Την απόγνωση που γέμισε τους χωρισμούς και τις αψυχολόγητες κινήσεις που ακολούθησαν τις απώλειες. Τα μεθυσμένα μηνύματα ερωτεύτηκα. Τις ελάχιστες στιγμές ελευθερίας. Τα "δεν αντέχω", ερωτεύτηκα, και τα πρωτόγνωρα. Τους εγωισμούς και τους φόβους. Τα κτητικά και τα δειλά. Τα χέρια που στο ρυθμό μιας μελωδίας χόρεψαν και μας γλίτωσαν από την υπερέκθεση και τα μπερδεμένα στα χείλια λόγια. Ερωτεύτηκα αυτά που ένιωσα κι αυτά που δε με άφησα να σου τα πω ποτέ. Τις ακροφοβίες και τον αυθορμητισμό που δεν έπνιξες. Που με κοίταξες στα μάτια, ερωτεύτηκα και που τα χείλια μου τα ψηλάφισες για να μην αφήσεις τίποτα κρυφό.
Που όσο με θέλεις άλλο τόσο με μισείς. Που όσο σου λείπω άλλο τόσο εύχεσαι να μη με γνώριζες ποτέ. Που έκανες πράγματα που δε θα περίμενες ποτέ να κάνεις κι εγώ σου ζητούσα κι άλλα.
Που όσο πάω να σου κρυφτώ άλλο τόσο σε εμένα έρχεσαι. Που αν με κρατήσεις στα χέρια σου θα δω το φόβο σου να μη σου σπάσω. Που αν κλείσω τα μάτια εσένα θα σκεφτώ και που αν τα ανοίξω θα σε δω πλάι μου. Που δε σε πτωούν οι άμυνές μου και που σε θυμώνουν οι υστερίες μου.
Ξέρεις, δεν ξανανοιάστηκε κανείς να ξυπνήσω όμορφα, ή στον ύπνο μου να μη νιώσω μοναξιά. Κι αυτό δεν το αφήνω έτσι να περάσει. Κι όπως λέει και η Αρλέτα, κι αν κάθομαι ακόμα κι επιμένω είναι γιατί σ'αγάπησα πολύ.
Ξέρω, δεν είπες πουθενά για' μάς τους δύο. Ξέρω. Ζεις μακριά μου. Και κάπου εκεί που δεν το περιμένεις έρχονται στο νου σου εικόνες και τις ζεις.
Σκέψου όμως κι εμένα. Απόμεινα μονάχη σ'ένα τρένο.Σ' ένα σταθμό. Είπα να βγω μια νύχτα απ'τη γραμμή. Κι ήρθα σε εσένα.
Και τώρα τι;
Και τώρα κρύο. Για' μάς τους δύο..

Πέμπτη, 4 Νοεμβρίου 2010

goal

Υπάρχει μια θεωρία. Λέει πως μόλις βρεθείς μπροστά ακριβώς στο όνειρό σου, στο στόχο σου, σ'αυτό που πιστεύεις πως θέλει στ'αλήθεια η καρδιά σου, δειλιάζεις. Από το παραμικρό έως το παραμεγάλο. Τι μπορείς να σκεφτείς; Ποιο στόχο; Φαίνεται πως τον βάζεις γιατί είναι αυτό που θέλεις πραγματικά και πως το κυνηγάς με την ψυχή σου πνιγμένη απ'την αγάπη γι'αυτό και το τελευταίο δευτερόλεπτο γίνεσαι ποδοσφαιριστής ρίχνεις τη μπάλα στα κεραμίδια και χάνεις τη μεταγραφή, τα χρήματα και τη δόξα των οπαδών. Κι εκεί που σε μια στιγμή κάθε σου όνειρο θα γινόταν ζωή σου, ξαφνικά μετατρέπεται σε φρικτό εφιάλτη και κάθε βράδυ σε καίει ο ίδιος πυρετός. Ταινία που παίζει στον ύπνο και στον ξύπνιο γίνεται, κι εσύ πάντα και παντού την κρίσιμη στιγμή αποδεικνύεσαι ανεπαρκής. Δεν ξέρω αν είναι ένας εύκολος τρόπος να συντηρείς τις ανασφάλειές σου αυτές -λογικές και παράλογες- ζωντανές, αλλά τον πιστεύω. Και μπροστά σε όλα αυτά που αλήθεια θέλησα το έβαλα στα πόδια.
Προσοχή! Δε μιλάω για προσωπικές οπτασίες, αυταπάτες, αυθυποβολές, όνειρα της μαμάς, στόχους του μπαμπά και γενικώς θέλω άλλων που καμιά σχέση δεν έχουν με αυτό που αν κλείσεις τα μάτια το ονειρεύεσαι σαν έρωτα αληθινό και απόλυτο. Μιλάω για αυτά τα θέλω που γίνονται μελωδία και κάνουν την ψυχή σου να χορεύει χωρίς να της αφήνουν περιθώριο να σκεφτεί παραπλεύρως και να διστάσει.
Ξέρω. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν το κάνουν. Δυστυχώς δεν ανήκω σε αυτούς. Μα αυτές τις μέρες βρέθηκα ξανά και ξανά μπροστά σε πράγματα και καταστάσεις που θέλησα φρικτά και με έπεισα πως δε φτάνω. Πως ο φόβος μου είναι πολύ μεγαλύτερος από τα θέλω μου. Ή τουλάχιστον τον αφήνω να νιώσει έτσι. Για να μη νιώσω εντελώς έξω από τα νερά μου;Μπορεί!!
Εσύ; Φοβάσαι ποτέ; Βρεθηκες ποτέ μπροστά σε κάτι που να το θέλησες όσο τίποτα και το έβαλες τελικά στα πόδια;
Μην το κάνεις αντίστροφα όμως. Σκέψου πρώτα αυτά που θέλεις. Όχι αυτά που φοβάσαι. Ναι, αν το επίπεδο διαύγειάς σου είναι ικανοποιητικό στα ίδια θα καταλήξεις αλλά δεν είναι κρίμα να χάνεις τη μελωδία της δικής σου καρδιάς;Πού ξέρεις, μπορεί να γίνει και το soundtrack της ζωής σου. Κι άλλος καλύτερα από εσένα δε μπορεί να το ξέρει...

Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

κι όταν ξυπνήσεις βλέπουμε

Οπλοφορείς
Και μην προσπαθείς να με πείσεις πως δε σκοτώνεις. Πως κατα τα άλλα οι προθέσεις σου είναι καλές.
Κι εγώ μη νομίζεις. Όπου ρωτήσεις θα σου πουν να κρατηθείς μακριά μου. Τρώω θα σου πουν ψυχές ανθρώπινες.
Μπορείς; Να κρατηθείς μακριά μου
Να μην τους πιστέψεις; Μπορείς;
Ασάλευτη θα μείνω. Θα σου γελάω ήρεμα και απειλή δε θα αφήσω να νιώσεις. Κανέναν δε θα αφήσω να σε πλησιάσει. Να τολμήσει να σκεφτεί να σε φοβίσει. Μονάχα εγώ. Στο λόγο μου. Μονάχα εγώ θά’ρχομαι προς εσένα. Και θα μετράω τις προθέσεις σου με την αφή. Φλέβες εκείνες τεταμένες κι εγώ το πρόσωπό σου το έχω χαιδέψει κι ευτυχισμένο ακόμα. Κι όταν κοιμάσαι. Ακόμα.
Τι ευτυχία να με έχεις αφήσει. Πώς να μπορώ μετά να μη σε πιστεύω, καθώς μου λένε.
Πού να ξέρουν εκείνοι πως μου έχεις αφεθεί.
Κι όταν το σώμα σου λυγίσει στρώμα ονείρων εγώ για να ονειρευτείς. Για’σένα.
Κι όταν ξυπνήσεις βλέπουμε.
Το πιάνουμε από εκεί που το αφήσαμε. Εσύ στο όπλο κι εγώ σ’ εσένα.
Κι ας κερδίσει ο πιο αδύναμος.
Οπλοφορείς.
Τις ξέρω τις προθέσεις σου.

Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

2

Αγαπώ τους ανθρώπους. Και τους πιστεύω. Καλώς ή κακώς το κάνω και είναι από τα πράγματα που δε σκοπεύω να αλλάξω. Όχι όλους. Αυτούς που με τραβάει το βλέμμα τους. Ο τρόπος που διστάζουν τα χείλια τους όταν μου μιλούν.

Αγαπώ τις παρέες. Τις πολλές διαφορετικές ζωές. Τις πολλές διαφορετικές εικόνες. Αυτό που ψάχνεις κάθε φορά να βρείς ποιο συστατικό κάνει τη συνταγή να ξεχωρίζει, κι όμως το μυστικό είναι καλά κρυμμένο στους συνδυασμούς.

Μα να σου πω κάτι; Στο πλήθος μέσα, ο αριθμός που πιο πολλά σημαίνει για μένα είναι το 2. Μου μοιάζει ασφαλές κι ολόκληρο. Αυτάρκες και βαθιά περιοριστικό. Είναι ένας κόσμος από μόνος του αυτός ο αριθμός. Μια αλήθεια ακλόνητη που ενυπάρχει μέσα σε άπειρα παράλληλα, περιεκτικά αυτής σύμπαντα. Κι όλες τις ισορροπίες που μπορείς να σκεφτείς μπορεί να τις διαταράξει. Πριν καλά καλά το καταλάβεις.

Τι αποτελεί το 2;

2 άνθρωποι. 2στιγμές. 2 οπτικές. 2 αλήθειες. 2 δρόμοι. 2 παρελθόντα. Δε ζω στην αυταπάτη του 1. Ποτέ δεν έζησα μάλλον. Σκέφτομαι μόνο πως με αυτούς που ονομάζω «άνθρωποι της ζωής μου» μας συνδέει κάτι που το ονομάζω δικός μας κώδικας. Που είναι αυστηρά προσωπικός (μας) και περιλαμβάνει κομμάτια που τα κρατάνε 2 χέρια. Από κοινού. Κοινές στιγμές, κοινές φράσεις, καμιά φορά και συμπληρωματικές, κοινές οπτικές, ή από κοινού φτιαγμένες, κοινές μουσικές, κοινά καρρέ σε διαφορετικές ταινίες. Στιγμιότυπα της δικής σου ζωής που ανήκουν και στη ζωή κάποιου άλλου και που λες και ο υπόλοιπος κόσμος εκείνη την ώρα είχε κρυφτεί κάτω από μάλλινη κουβέρτα και δεν είδε τίποτα. Σχεδόν απουσίαζε.

Δεν έχω βρει ακόμα με ποιο τρόπο ακριβώς συνδυάζονται στο 2 δύο άνθρωποι. Τι κάνει άλλες φορές το σημείο επαφής να πετάει σπίθες κι άλλες χωρίς φύλο, όψη ή σώμα, η σύνδεση να μη μαρτυρά πουθενά την ύπαρξη δύο κομματιών. Και για να αποφεύγουμε τις γλαφυρότητες, πότε οι 2 ερωτεύονται και πότε δένονται με κάτι πιο βαθύ και πιο ουσιώδες που δε μπερδεύει τις στιγμές και το δέρμα.

Αγαπώ τα ζευγάρια και τους κώδικές τους. Που ξέρουν ο ένας πότε αρχίζει να παραβιάζει τον άλλον. Πότε οι άμυνες αποσυντονίζονται. Πότε η τρυφερότητα γίνεται ασφάλεια. Ποια φλέβα μαρτυρά την ένωση και ποιος σφυγμός δε διστάζει. Ποια μουσική απαιτεί αγκαλιά και ποιος στίχος βγάζει αλήθεια.

Ώρες ώρες νιώθω πως βιώνω την απώλεια όταν αναγκάζομαι να απαρνηθώ τους κεκτημένους κώδικές μου. Πως πιο μεγάλος πόνος δεν υπάρχει από αυτόν του να αντιμετωπίσεις έναν άνθρωπο δικό σου, που αγωνίστηκες για να φτιάξετε το δικό σας παράλληλο επίπεδο για να συναντιέστε κρυφά από όλους, σα να ήταν κάτι άγνωστο και αδιάφορο. Πως ενώ εσύ μέσα σου ξέρεις και το παραμικρό νεύρο στο πρόσωπό του πώς αντιδρά, πρέπει να προσποιηθείς πως δε βλέπεις, πως δεν ξέρεις και πως όλα βαίνουν καλώς. Ναι, σίγουρα αυτά συμβαίνουν. Και ναι, σίγουρα σε όλη σου τη ζωή κώδικες θα χτιζεις και θα ξεχνάς και η διαδικασία της λήθης είναι σκληρή είτε οι κώδικες ήταν αποτέλεσμα προσωπικής προσπάθειας και συμβιβασμών, είτε έμοιαζαν να υπήρχαν από πάντα. Και ναι, στο επόμενο τηλεφώνημα το περιβάλλον οικειότητας αντικαθίσταται από ένα απροσδιόριστο μοτίβο και αυτομάτως η απουσία αποκτά αξία μέσα από τις καινούριες συνθήκες.

Απλά μετά από αυτό το τόσο σαφές και ξεκάθαρο 2 που κακά τα ψέματα εξανεμίζεται και γίνεται στιγμές στο χθες και αναμνήσεις, πώς να μπορέσει κανείς να επιδιώξει ξανά το μαζί;

Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

θ'άλlαsες;



Θάλασσες σου λέει. Μα δεν τις βλέπεις. Δεν τις περιγράφει. Δεν τις θυμάται. Μόνο ένα βλέμμα θυμάται. Βρόχινο ή του δρόμου. Της φυγής. Τα λόγια τα βρήκε ο Σαράντης Αλιβιζάτος και τα ταξίδια στις νότες ο Μάριος Τόκας. Και τόση ώρα που το έχω αφήσει να επαναλαμβάνεται έχω φύγει χιλιόμετρα. Πρέπει να είμαι κάπου σε ένα ναυπηγίο στην εθνική. Δίπλα σε ένα λιμάνι. Καφέ σε χάρτινο ποτηράκι, μπουφάν μισάνοιχτο κι ένα μονοπάτι που ίσως κανείς δεν ξαναπερπάτησε και τα βήματά σου όπως και νά'χει θα πληγώσουν λίγο το παρθένο χώμα του.
Βρίσκεις ένα υπόστεγο κάπου και γέρνεις πάνω του για νά'χεις την ψευδαίσθηση πως έχεις συντροφιά. Μάτια κλειστά ή ανοιχτά δεν κάνει διαφορά. Ανοιχτά βλέπεις λιμάνι. Τα κλεινεις και βλέπεις ταξίδι. Και η διαφορά: μικρή! Διαφορετική οπτική μάλλον. Στη μία είσαι αυτός που μένει πίσω. Στην άλλη διαλέγεις να φύγεις. Μπορεί κι αντίστροφα.
Σημασία έχει που το μονοπάτι το πήρες και τώρα οι επιλογές σου είναι μετρημένες. Μα τι να σε φοβίσει εσένα; Τι θα μπορούσε; Ποια θάλασσα, ποια τρικυμία και ποια βροχή; Ίσα ίσα. Εσύ τα θες τα ναυάγια. Για να μπορείς να αναδυθείς. Τελικά. Νά'χεις την τύχη να σε ξεβράσει η θάλασσά σου. Ούτε να γίνεις εσύ του ξεχασμένο κομμάτι ξύλο δε σε φοβίζει. Να επιπλεύσεις μόνο και μόνο για να κρατήσεις στην επιφάνεια τα όνειρα κάποιου άλλου. Ίσως απλά στο μονοπάτι να μην περπατάς μονάχος σου. Να πήγες με στόχο να βρεις καράβι. Να σε πάει...
Κι όλη η ζωή σου είναι μνήμες. Είναι εικόνες. Είναι στιγμές. Κοινές. Και ο συνοδοιπόρος συγκεκριμένος και νά'χει το χάδι του άρωμα καλοκαιριού και το φιλί του αρμύρα. Κι εσύ να είσαι τόσο πιστός στην αγάπη σου στη θάλασσα που πώς να ξεφύγεις ή να αλλάξεις μονοπάτι. Κι ακόμα και να μπορείς δε θες. Και σαν κύμα ερωτήματα πνίγουν το λαιμό σου και τα ξεβράζει η φωνή σου. Γεμάτα απόγνωση. Παράπονο. Μπορεί και λύπη. Γιατί η μοναξιά ξεκινάει εκεί που τελειώνει το μαζί. Κι αν κάποιος φοβάται το μαζί πιο πολύ από τη μοναξιά μην ψάξεις για επιχειρήματα. Ούτε για ενδεχόμενα. Και ας μη γελιόμαστε τα ενδεχόμενα για εσένα τα αφήνεις ανοιχτά. Βαθύς εγωκεντρισμός και στο υπογράφω.
Και είναι φορές που θες απλά μια κουβέντα να την πιστέψεις. Να την κάνεις αλήθεια και αξίωμά σου και να γυρίσεις τον κόσμο σου γύρω από αυτήν. Μα δε θα σου είναι ποτέ αρκετή. Πάντα θα θέλεις κι άλλη κι άλλη. Αδηφάγα αίσθηση η ακοή. Πιο πολύ κι απ'την αφή.Ίσως γιατί τη λεκτική την κατέχεις και ό,τι και αν σου πουν δε θα φοβηθείς να παραμετροποιήσεις. Μα αν δεις σκιά στο βλέμμα, δειλία στον πόθο,φυγή στο σ'αγαπώ; Πώς να το αντέξεις και πού να βρεις δικαιολογίες να ημερέψουν την ψυχή σου και να σκορπίσουν τα σύννεφα;
Και ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο; Να αποφασίσεις να δεις. Να μη φοβηθείς το βλέμμα ούτε τις σκιές. Ούτε και τη λιακάδα. Να μη φοβηθείς να δεις ένα παιδί να γεννιέται και να ερωτεύται μέσα από τα μάτια ενός σκυθρωπού ενήλικα. Να μη φοβηθείς να πιστέψεις αυτή την αλήθεια. Κι όμως να έρθουν τελικά τα λόγια.
Και νά'ναι δειλά. Κουρασμένα. Νά'ναι "λογικά".
Ξέρω. Θέλεις "ένα ποτήρι θάνατο", να το πιεις και να σκοτώσει όλα αυτά που δεν ξεχνιούνται. Όλα αυτά που στοιχειώνουν. Όλα αυτά που παλιά θα σκότωνες να τα ζήσεις και τώρα δε σε αφήνουν να πας παρακάτω. Κι αρχίζεις τότε να χωρίζεις το χρόνο σου σε εποχές. Και ξαφνικά υπάρχουν και κάποιες που δε θές να ξανάρθουν. Όχι γιατί δεν έχεις και όμορφα να θυμάσαι. Αλλά γιατί το χειμώνα η θάλασσα είναι τρικυμισμένη και ξέρεις από πριν τι να περιμένεις και τι να φοβάσαι. Και σίγουρα σου είναι πιο εύκολο να ξαναδιαλέγεις το ίδιο μονοπάτι στη ζεστασιά ενός μπουφάν.

Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 2010

Αντέχεις;

Αντέχεις; Πες μου! Να σ’αγαπώ δίχως σώμα;

Χωρίς ενδεχόμενα και εκκρεμότητες; Χωρίς ελπίδες να μπερδεύουν τις επιλογές μου;

Να είμαι εκεί πάντα; Στη σιωπή έστω. Στη σκιά. Έστω.

Ψάχνω να βρω τι είναι αυτό που σε φοβίζει πιο πολύ. Εγώ ή όσα σου κρύβω; Εσύ ή όσα δε θέλεις να δεις;

Αντέχεις να νιώθω έτσι; Να μένω πάντα εκεί; Να είμαι ασπίδα σου και άμυνά σου σε όλα αυτά που θες να πολεμήσεις ή να τους κρυφτείς και να γίνομαι πάλι αέρας μετά από λίγο για να μην εμποδίζω την άνεσή σου;

Πρόσεξε. Πριν απαντήσεις αποτρεπτικά. Θα καταλάβω τις προθέσεις σου και θα πάρω πάλι σώμα για’ σένα και οι σχέσεις μας θα γίνουν πάλι μονοπάτι στην εκτόνωση κι εγώ θα γίνω πάλι σκοτάδι για να τυλίξω τη μοναξιά σου και να την ασφαλίσω σε περιβάλλον γνώριμο.

Ναι, θά’ταν έτσι πιο δίκαιο. Συμφέρον. Μπορεί και εμπορικό. Μα δε με αφορά. Έχω μάθει να αγαπώ χωρίς μέτρο και να δίνω χωρίς χαλινάρι. Ακόμα και σε εσένα που να δίνεις δεν ξέρεις και στη μοιρασιά θες πάντα να κερδίζεις. Που ίχνος αγάπης δε μπορείς να μοιραστείς. Που έχεις μάθει μονάχα να δειλιάζεις και να βγαίνεις στην επίθεση μην τύχει και το καταλάβει κανείς πως και τα δικά σου υλικά δεν είναι άφθαρτα.

Μα πες μου! Σε έχει κοιτάξει κανείς όπως εγώ; Έχουν αντέξει ποτέ να ηττηθούν από τη θορυβώδη επίθεσή σου μόνο και μόνο για να ξεχαστούν λίγο οι άμυνες και οι εγωισμοί σου; Σε έχουν χαιδέψει ποτέ για να σου σβήσουν όλους τους φόβους; Έχουν μείνει ποτέ ασάλευτοι μπροστά στην έκρηξή σου; Έχουν αφήσει ποτέ μπροστά σου αλήθειες λαμπρές για να θολώσουν το ψέμα σου;

Σκέψου καλά. Δε θέλω αναλώσιμες απαντήσεις.

Να αντέξεις θέλω.

Αντέχεις;Πες μου.

Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2010

Μην του χαθείς

Θα κάνω μια δήλωση και παρακαλώ να μη θεωρήσεις πως κάποιος άλλος γράφει αντι για εμένα και κυρίως πως τόσο καιρό σε κοροϊδεύω.
Θέλω να ξεχάσω.
Μη βιαστείς. Δεν έφτασα σε τέτοιο σημείο απόγνωσης ή φόβου. Ναι, είναι σαφές. Ό,τι έγινε έγινε, δεν ξεγράφει, δε λύνεται, δεν αλλάζει, δεν απαλύνεται. Και το ξερεις πως το να ξεχνάς είναι μια διαδικασία εντελώς ενάντια στο σύστημα, ουσιαστικά πρόκειται για μια κατάσταση ασθενείας κι εμένα μέχρι στιγμής το σύστημά μου δούλευε ρολόι. Μα εγώ το θέλω. Πρώτη φορά μα το θέλω. Στην αρχή έλεγα ας ξεχάσω τα όμορφα, μετά το γύρισα στα άσχημα και τώρα θέλω απλά ένα κενό να με χωρέσει απ’την αρχή και να ενωθεί με το δικό μου.
Αν μπορούσα αυτό το κενό να στο περιγράψω να μου το παραγγείλεις θα ήταν ένα ολόλευκο, αδειανό δωμάτιο χωρίς τίποτα άλλο μέσα του. Ένα λευκό κελί κι εγώ.
Πώς να στο πω! Να βρω ένα τόπο να γεννήσω τον κόσμο μου μόνη μου. Να μην υπάρχει περιθώριο για πατρίδα ή επιστροφές. Να φτιάξω στους τοίχους λουλούδια καρδιές και νεράιδες, να γράψω σε πολύχρωμα χαρτιά τις σκέψεις μου και να τις στολίσω για να ξέρω πως σε αυτό τον κόσμο δε θα κινδυνέψω από μοναξιά. Στο ταβάνι να φτιάξω αστέρια, φεγγάρι και ουρανό για να ξέρω μέχρι πού δεν παραβιάζω τα σύνορά μου και τέλος να ακούγεται συνέχεια μουσική. Πρόσεξε, τη θέλω άγνωστη σε εμένα. Να την ακούσω πρώτη φορά τότε ή τουλάχιστον αυτό να νομίζω και να μην υπάρχει ούτε ένα μονοπατάκι μνήμης ή ανάμνησης ή διασύνδεσης σε κάτι παλιό.
Να τα φτιάξω όλα από την αρχή θέλω. Και μην αρχίσω να σκέφτομαι τώρα όλους αυτούς που αγαπούν τα λάθη τους και έχουν τσακίσει ανθρώπους στο πέρασμά τους αλλά παρ’όλα αυτά έμαθαν από αυτά και δε θα τα άλλαζαν. Θα τσακωθούμε.
Σκέφτομαι να δέχομαι και επισκέψεις. Αλλά προσοχή, αυστηρά ανθρώπους από γειτονικούς κόσμους-ή γειτονικά κελιά για να στο κάνω πιο ξεκάθαρο-που να έχουν διαπράξει το ίδιο αμάρτημα με εμένα(της λήθης)και να τους κερνάω τσάι με κέικ σοκολάτας και κουλουράκια και να ακούμε όλοι μαζί τη μουσική από το χρωματιστό πικ-άπ που ξέχασα να σου πω ότι θα έχω. Δεν ξέρω αν θα μιλάμε, αλλά έτσι κι αλλιώς αν δε θυμάσαι τις περισσότερες φορές δε χρειάζεται και να συζητήσεις, να αναλύσεις ή να μοιραστείς και μάλλον δε μπορείς κιόλας και η ερώτηση για τον καιρό είναι πολύ μπανάλ για το μαγεμένο βασίλειό μου.
Τώρα που το σκέφτομαι ας μην υπάρχει ομιλία, προφορική τουλάχιστον. Ας μπορούμε μονάχα να γράφουμε γράμματα και παραμύθια και κατα τα άλλα ας μοιραζόμαστε τη σιωπή. Το φιλί, την αγκαλιά, το χάδι, το χαστούκι, το φόβο, το ίδιο μαξηλάρι. Ας μοιραζόμαστε την κοινή μας αναπνοή τα βράδια που δε μας παίρνει ο ύπνος.
Γιατί μεγάλυτερη ένδειξη οικειότητας από το να μοιράζεσαι το ίδιο μαξηλάρι και την ίδια αναπνοή, δεν υπάρχει και στο υπογράφω. Κι ακόμα και σε πολλές αγκαλιές να έχεις κοιμηθεί σίγουρα ξέρεις τη διαφορά. Σίγουρα υπήρξε κάποιο βράδυ που ξύπνησες και τα όνειρά σου κάποιος τα είχε κρατήσει στα χέρια του σα νά’τανε δικά του και μέσα στον ύπνο του είχε νοιαστεί να σε σκεπάσει, μην του χαθείς.. Όπως κι εσύ εμένα.
Γι'αυτό σε θέλω εδώ.

Δικό σου

Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2010

για σ-ένα

Την κούπα και με τις δυό παλάμες.
λες και πολύτιμο αγαθό ο αρωματισμένος μου καφές.
Το βλέμμα κάπου αριστερά απ'το κουταλάκι,χαμηλά.
Ο απόλυτος διχασμός. Και η διαχωριστική γραμμή: ένα κουταλάκι.
Οχι του γλυκού. Πώς μπορεί κάτι γλυκό να σε κόψει στα δύο;
Τα χείλια στο χείλος.
Στην άκρη της κούπας
Δε σαλεύουν, αν δεν αναζητούν τα δικά σου ποιο λόγο να βρούν να τα κινήσει.
Βαθιές ανάσες.
Βαριές.
Της Κυριακής, του φθινοπώρου. Αναποφάσιστες. Διχασμένες.
Απ'τη μια το καλοκαίρι και η ανάμνησή σου.
Απ'την άλλη ο χειμώνας. Η λήθη.
Το βλέμμα πάντα στο καλοκαίρι.
Μη σου πω ψέμα.
Και η ψυχή στα δυό.
Μα αν με ρωτάς εγώ θέλω το ολόκληρο. Το εγώ μου.
Μα χωρίς εσένα πάλι στο μισό θα είμαι. Πάλι μια διαχωριστική γραμμή.
Καμπύλη.
Τε-θλιμμένη.
Το δέρμα μου.
Κι αν καταφέρω να του ξεφύγω; Πες μου, αν το μπορέσω; Θά'ρθω σε εσένα;
θα γίνουμε το ολόκληρο;
Πρέπει να θέλουμε κι οι δυο.
Ας μην ξεφύγω. Καλύτερα.
Κι ας έρθει χειμώνας.
Κι ας πάει το βλέμμα στα δεξιά.
Πόσο αστεία μοιάζω; Αφού ποτέ δε θα μάθω να ξεχνάω.
Κι ούτε το θέλω.

Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

ροζ ουρανός

Ο πιο όμορφος ουρανός έχει ροζ πιτσιλιές και θαλασσιές υποψίες.
Βγαίνει τα απογεύματα, όταν κοιτάς τον ορίζοντα και κάνεις όνειρα.
Εγώ τον έχω δει στο χωριό μου μόνο. Ίσως γιατί εκεί θέλω να κάνω τα όνειρά μου.
Δεν έχω δοκιμάσει και αλλού άλλωστε. Αυτός ο ουρανός,αν τον κοιτάζεις μέσα από τις φυλλωσιές ενός δέντρου θυμίζει χάρτη. Της ζωής σου. Αλλού σκουραίνει και σου θυμίζει όλα τα μαύρα σκοτάδια που έζησες, αλλού το χρώμα του αλαφραίνει και μοιάζει με την καθημερινότητά σου. Κοινή και ρηχή.
Μα αυτός ο ουρανός έχει και ροζ, και πιο όμορφο ροζ από αυτό του ουρανού σου δεν έχεις ξαναδεί και κρύβονται σε αυτό όλα όσα αγάπησες ή θα αγαπήσεις ποτέ. Δεν έχει όμως μόνο μια απόχρωση. Έχει πολλές. Δεν ξέρεις ποια να πρωτοδιαλέξεις από ομορφιά. Δοκίμασε στον πιο εμπνευσμένο ζωγράφο ή τεχνίτη του χρώματος να παραγγείλεις κάποια από αυτές. Δε θα καταφέρει καμιά. Κι ακόμα κι αν το χρώμα μοιάζει, θα χάνει σε σχέση με του ουρανού σου. Ίσως φταίει το υλικό που είναι φτιαγμένο. Ίσως να το κάνει πολύτιμο. Σκέψου μονάχα πόσο προσεχτικά υφαίνεις εσύ τα όνειρά σου και τον ορίζοντα που θέλεις να σε υποδέχεται. Με τι ακριβά υλικά καταπιάνεσαι και πόσο επιδέξια γίνονται τα χέρια σου.
Αν έχεις μάτια καθαρά και καρδιά ανοιχτή μπορείς και να το διαβάσεις αυτό το χάρτη. Να δεις πού η αγάπη κατοικεί, πού το σκοτάδι βγαίνει, πού οι στιγμές φωτίζονται και ποιες ψυχές γνωρίζονται.
Μη φοβηθείς να τον κοιτάξεις. Ούτε και να ονειρευτείς μέσα σ’αυτόν. Όσο δύσκολο κι αν είναι να παίρνεις την ευθύνη αυτή, πιο ελεύθερο άνοιγμα των φτερών σου δε θα ξαναζήσεις από ό,τι μέσα στο δικό σου ουρανό. Θα μπορείς μετά μονάχος σου να πετάς προς το ροζ και να αποφεύγεις τα σκοτεινά σημεία και τις αδιάφορες καταστάσεις.
Μπορεί να μη μπορείς να φτιάξεις ένα κόσμο καλύτερο για να ζεις, αλλά μπορείς να φτιάξεις έναν αλλιώτικο ουρανό για να ονειρευτείς... κι αν το θέλεις να συγκινηθείς. Κι αυτό είναι τύχη. Αν όχι ευτυχία.

Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

πάντα.μαζί

Πρέπει να το κοιτάξω το θέμα μου με τη μνήμη. Πότε ασθενεί, πότε η δύναμή της με σοκάρει. Δεν ξέρω ποια από τις δύο καταστάσεις της φοβάμαι. Αν και γενικά θέλω να θυμάμαι. Τη φοβάμαι τη λήθη. Ίσως γιατί την έχω συνδυάσει με τη μοναξιά. Μοναξιά,λησμονιά, συγγενικά ακούσματα.
Ξέρω πως κι εσύ θέλεις να θυμάσαι. Πως αν ψάξω στο δωμάτιό σου θα βρω κουτιά, ντοσιέ,φακέλους,σακούλες, συρτάρια με αγαπημένα αντικείμενα, αναμνηστικά,δώρα από ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή σου και μοιραστήκατε στιγμές, λίγες ή πολλές. Θα βρω τσαλακωμένα εισιτήρια σινεμά, φωτογραφίες, χαρτάκια από σοκολάτες, κορδέλες από δώρα, σημειωματάκια σε χαρτάκια τετραδίου, κουτιά από τσίχλες ή τσιγάρα με στίχους τραγουδιών, μπλούζες φορεμένες, ξερά τριαντάφυλλα, cd χαρισμένα και αφιερωμένα, καρτ ποστάλ, κάρτες γενεθλίων, ποστ-ιτ βαρεμάρας από τις ώρες του μαθήματος, το παλιό σου κινητό (αν δε φιλοξενεί ήδη τη what's up σου) γεμάτο μηνύματα, έρωτες και παλιές φιλιες,τα κλειδιά του παλιού σου σπιτιού και το αρκουδάκι στο μπρελόκ με το όνομά σου λιωμένο και σκονισμένο, μια παλιά αφίσα του δωματίου σου και γράμματα από τον μακρινό φίλο δια αλληλογραφίας που είχες στο σχολείο,μια παιδική κορνίζα με σχολική φωτογραφία της Ε' Δημοτικού με μια καρδούλα σα φωτοστέφανο γύρω από το κεφαλάκι του πρώτου σου έρωτα, τα υπερατού που μάζευες μικρός, και τα cd από τα ξύλινα σπαθιά, τις τρύπες και το Σιδηρόπουλο γιατί κάποτε θα θέλησες να μάθεις τι θα πει ροκ, ένα ποστερ του wall των pink floydμέσα στη ντουλάπα σου, το κοκαλάκι της στο πρώτο σου συρτάρι με το ξεθωριασμένο τς άρωμα στο ξύλο του,..
Όρεξη να έχεις να θυμάσαι!
Όχι, δε θυμάσαι επειδή υπάρχουν αυτά. Ούτε και αν δεν τα είχες θα ' χες ξεχάσει. Ας είμαστε ρεαλιστές. Ίσως απλά φέρνουν τις στιγμές πιο κοντά σου και σου δίνουν αφορμές πιο συχνά.
Ήθελα τις αναμνήσεις μου πάντα μαζί μου. Ίσως γιατί όπου κι αν ήμουν το μυαλό μου- καμιά φορά και το σώμα μου μαζί- ταξίδευε και δεν ήθελα να νιώθω πως άφησα τη μνήμη μου πίσω. Ζήλευα πάντα τα κρεμαστά για το λαιμό, τα φτηνά, τα αγορασμένα από ένα μαγαζί στις διακοπές ή έναν πλανόδιο στο μοναστηράκι που όταν τα φορούσες ήταν σα να κουβαλούσες τον άνθρωπό σου μαζί. Φίλος, αδερφός, κολλητός, έρωτας,γονιός... Όποιος κι αν ήταν. Ζήλευα τα μπρελόκ στα αντρικά κλειδιά. Τα αναμνηστικά που τα κουβαλάς μαζί σου όπου κι αν είσαι. Λες και αυτός που στα χαρίζει δε θέλει να ξεχνάς. Σε θέλει εκεί δεμένο και κρατημένο. Θά'θελα νά'χω ένα τέτοιο.
Να θυμάμαι, όπου και νά'μαι. Νά'χω ένα πρόσωπο αγαπημένο κρεμασμένο στο λαιμό μου ακόμα και την ώρα που κοιμάμαι. Να ξέρω πως ένας άνθρωπος δικός μου, δε φοβάται το για πάντα μαζί κι ας είναι ψεύτικο, κι ας μοιάζει ουτοπικό το για πάντα και πνιγηρό το μαζί.

Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

συνομωσία

Καλά τα λόγια. Δε λέω. Όταν είναι και καλοταιριασμένα μεταξύ τους και με τις καταστάσεις είναι και ωραία.
Το πρόβλημα με δαύτα είναι ότι, όπως και νά'χει, είναι πάντα λίγα. Όσα και νά'ναι δε φτάνουν. Θέλεις πάντα κι άλλα. Κι άλλο ένα μήνυμα, κι άλλη μια απόδειξη, κι άλλη μία κατάθεση.
Μια λέξη, ένα "σ'αγαπώ", ένα "σε θέλω", ένα "μου λείπεις", ποτέ δε γίνεται να σε καλύψει. Το επόμενο πρωί η αμφιβολία, φωλιασμένη μέσα σου καθώς είναι, θα ξαναξυπνήσει και θα ξαναρχίσει να σε τρώει πιο πολύ από ό,τι πριν. Μια μαρτυρία ακόμα μπορεί μονάχα πιο έντονη να κάνει την ανάγκη σου να φτάσεις στην αλήθεια. Στην επόμενη μαρτυρία,βασικά. Ας μην κρυβόμαστε! Και πάλη ολόκληρη αρχίζει μέσα σου με όλο το λευκό και το μαύρο σου σε πλήρη σύγκρουση, ώσπου κάποιος να στεφθεί νικητής. Προσωρινά,μην αυταπατάσαι.
Μια αγκαλιά όμως; Ένα χάδι; Ένα βλέμμα από μακριά με το κεφάλι μισοκατεβασμένο; Αν μάθεις να τα διαβάζεις όλα αυτά μπορείς να ξέρεις και πού η αλήθεια κατοικεί. Κι έτσι μπορεί και η αμφιβολία μια στάλα να γίνει μπροστά στο ξεκάθαρο αίσθημά σου κι ακόμα και αν η επόμενη επαφή αργήσει να είσαι σίγουρος για την αλήθεια του.
Κι ας αργεί,εσύ ξέρεις...
Κι ας μην ξανάρθει ήταν αληθινό. Κι εσύ το ξέρεις.
Και στη συνομωσία αυτή πήρες μέρος. Και φυσικά δεν ήσουν μόνος.

Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

χάρτινο

Αν διάλεγες να σε ορίσεις,ποιες λέξεις θα χρησιμοποιούσες; Ποια λόγια; Ποιες μουσικές και ποιες στιγμές; Θα ήταν τραγούδι; Θα ήταν ένα ποίημα ή ένα βιβλίο; Θα ήταν κάποιος δρόμος ή η θέα από κάποιο μπαλκόνι; Θα ήταν μια φωτογραφία ή μια ζωγραφιά;

Ένας από τους εαυτούς μου θα διάλεγε αυτό.

Αν τον γνώριζες θα σε έπαιρνε από το χέρι,θα σε πήγαινε σε ένα παγκάκι στο δρόμο που ενώνει το Γκάζι με το Μοναστηράκι θα καθόταν με τα πόδια μαζεμένα και τα μάτια στον ουρανό και θα στο μουρμούριζε. Με τις πιο κρυστάλλινες νότες, στον πιο ψηλό τόνο που θα μπορούσες να σκεφτείς και με την καρδιά να χτυπάει σε ρυθμό 17χρονου κοριτσιού. Θα έβλεπες μπροστά σου θάλασσα και τα πόδια σου θα πατούσαν γυμνά στην άμμο, μια μικρή πετρούλα θα βολόδερνε στα χέρια σου, θα σε μάγευε το πιο χρυσοπράσινο φεγγάρι του κόσμου κι όλο το μέτωπό σου θα δρόσιζαν φιλιά.
Θα ερχόσουν; Για λίγο... Να περάσει η ώρα για μια φορά γρήγορα μα νά'σαι εσύ το χεράκι που θα σκίζει το χάρτινο του φεγγαριού πλάι μου... Νά'σαι εσύ και να σου χτίζω εγώ ακρογυαλιές για να τις περπατήσεις... Για να σε πείσω. Και για να με πιστέψεις. Γιατί ο κόσμος μπορεί να είναι τόσο μικρός χωρίς εσένα και τόσο απέραντος όσο η δική σου ψυχή..Και το δικό μας μαζί.

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

Πρώτο φθινόπωρο



Είναι του μπαμπά μου. Το αγαπημένο του τραγούδι. Αν είμαστε παρέα σπίτι μαζεμένοι,και πιούμε κρασί και μιλάμε όμορφα και παίξω και κανένα τραγούδι στην κιθαρούλα μου πνίγεται από συγκίνηση και το χορεύει. Για'μένα το χορεύει και τον αγαπώ. Είναι φορές που νιώθω πως πατάει πάνω στις νότες και τα βήματά του στα πλακάκια βγάζουν τη μελωδία. Πλακάκι και νότα. Βήμα και στιγμή.
Μια μέρα θά'θελα για μένα να σε δω να χορεύεις. Να σε ερωτευτώ πιο πολύ κι από όσο θα άντεχα,να'μαι για'σένα και να χορεύεις για'μένα. Αυτό το τραγούδι. Του μπαμπά μου το αγαπημένο. Να σου κρατάω το ρυθμό κι εσύ να βγάζεις μουσικές σε κάθε παραπάτημα.
Δεν ξέρω αν σκέφτηκε κανείς αυτές τις μέρες αυτό το φθινοπωρινό τραγούδι κι εγώ που το σκέφτηκα το κράτησα κρυφό. Κι απόψε που η σκέψη μου δε βρίσκει άκρη, και λυγίζει η αντοχή σε θέλω εδώ...

Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010

μόνη

Γειά σου. Με βάφτισαν Μαρία,μα στην πορεία το άλλαξα. Δεν ήταν επειδή δε μου άρεσε. Απλά μου θύμιζε όλα αυτά που πάντα ευχόμουν να μην είχα κάνει. Όχι,δεν τα ξέχασα, δε θα μπορούσα. Αλλά με έχω πείσει σχεδόν ότι τα έκανε μια άλλη. Μια που γνώρισα μια μέρα σε ένα παγκάκι κοντά στο άγαλμα της Μελίνας. Ξέρεις,εκεί που πίνεις τις πιο βαριές μπύρες. Από τότε δεν την ξαναείδα. Εκτός από κανά δυό εφιάλτες που με κυνηγούσε να μου κλεψει την τελευταία μου γουλιά, και κανα δυο άλλες στο μετρό,αλλά στεκόταν στην απέναντι αποβάθρα. Ήταν πολύ φοβιτσιάρα τόσο που σε έκανε να το πιστεψεις ότι ήταν αλλά τα βράδια ξύπναγε και κρατούσε σπαθιά και δεν άφηνε κανέναν να την αποκοιμήσει ή να τη γελάσει κι ας ήταν αυτή η καλύτερη άμυνα του κόσμου. Θα σε ερωτευόταν κεραυνοβόλα και θα σε ξεχνούσε επειδή η καραμέλα που της χάρισες ήταν κίτρινη και είχε γεύση λεμόνι,ενώ εκείνη λάτρευε πεισματικά τη φράουλα. Κι ας της είχε αλλεργία. Δεν ήταν όμορφη αλλά βαφόταν τόσο καλά που σε ξεγέλαγε και νόμιζες πως άξιζε τον κόπο. Φαινόταν ψηλή και κομψή και γλυκιά, αλλά ήταν μια σταλιά κοριτσάκι,από αυτά που παίζουν στους δρόμους και στις πλατείες και έχουν τα γόνατά τους ξεσκισμένα και αν έκανες να την αγαπήσεις μπορούσε να βγει από το δέρμα της. Ήξερε πότε ήταν αλήθεια και είχε μάθει να πονάει πάντα για να συνηθίζει. Κι εσένα θα σε πονούσε. Δε γλίτωνες. Όσο περισσότερο σε αγαπούσε τόσο περισσότερο θα σε πονούσε. Πιο πολύ γιατί ήξερε πως έτσι εκείνη θα πονουσε διπλά. Ήθελε νά'ναι πρώτη για να τραβάει αυτό την προσοχή κι εκείνη να μπορεί να κουρνιάζει στη γωνιά της ανενόχλητη. Δεν άντεχε τις φωνές και τη βία. Δάγκωνε τα χείλια της συνέχεια και στα δύσκολα τα έσφιγγε με μανία τόσο που έμοιαζαν μεγάλα αι με χυμούς. Πού νά'ξερες πως είχαν μέσα τους κρυμμένα δάκρυα,γι'αυτό κι έδειχναν έτσι γεμάτα. Πνιγμένα.
Αν την δεις στο δρόμο,μίλα της για' μένα. Όχι,δε θέλω να ξαναγυρίσει. Θέλω μόνο να ξέρω αν είναι καλά. Ναι,μου λείπει καμιά φορά,ίσως γιατί την ήξερα καλά και μου έκανε τα πράγματα πιο εύκολα και πια ο κόσμος είναι δύσκολος και στο κεφαλάκι μου ακατανόητος. Και θέλω να της πεις και μια φράση που έγραψα για'κείνη και μετά της το έκανα τραγούδι:

"Όσα σε δάγκωσαν σκυλιά να τα λυπάσαι
κι όσα σου γλείψανε τα χέρια να θυμάσαι
να τα φοβάσαι"

Και πρόσεξε. Μην πεις ποτέ μπροστά της τη λέξη συμβουλή. Πες αφιέρωση.Είναι μυστήριο τρένο και θελει πάντα να πιστεύει πως διάλεξε μόνη της το δρόμο της

Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2010

Καλοκαίρια στο χωριό

Από παιδί θυμάσαι τα καλοκαίρια στο χωριό. Η θεία και ο θείος δούλευαν κι εμείς μόλις ξυπνούσαμε τρέχαμε στο σπίτι της γιαγιάς. Μας έφτιαχνε για πρωινό κρέπες και χυλοπίτες και τοστ και ροδοπάκι. Καμιά φορά μας πήγαινε και βόλτα στην Ξάνθη. Μας ξυπνούσε νωρίς το πρωί, μας έντυνε, μας χτένιζε τα μαλλιά και κατεβαίναμε στη στάση. Μας πήγαινε πρώτα στην "άνοιξη" για μπουγάτσα και μετά κάναμε τις δουλειές της και γυρίζαμε.
Κάθε καλοκαίρι είχαμε κι ένα αγαπημένο παιχνίδι. Πότε παίζαμε κούκλες, πότε φτιάχναμε ρούχα και δαντελένια σκεπάσματα από τα περισσέματα για τις κουρτίνες της, πότε παίζαμε στίβο, πότε φυτεύαμε λουλούδια και χτίζαμε σπιτάκια, πότε μαγειρεύαμε. Όλα κοντά της και όλα με τη βοήθειά της.
Στις γιορτές μας έστελνε δέμα και μας χαρτζιλίκωνε και όπως όλες οι ελληνίδες μανάδες μας χαρτζιλίκωνε για τα καλά. Της είχα μεγάλη αδυναμια μικρή. Εκείνη πάλι όχι. Αλλά δε με πείραξε ποτέ.
Τα μεσημέρια έψηνε στην αυλή της για όλους και μας περίμενε μετά τη θάλασσα. Εκείνη αφού τελειώναμε όλοι έπινε μια κρύα μπύα κι έτρωγε μια χωριάτικη σαλάτα. Εμείς ήμασταν ήρεμοι. όλοι
Αφήναμε τα παιχνίδια μας κάθε βράδυ σε ένα τοιχάκι στο σατσάκι και το επόμενο πρωί μας περίμεναν εκεί. Όλα τα είχε υπό έλεγχο και όλα μπορούσε να τα κάνει να γίνουν. Μας έφτιαχνε τα ποδήλατα, τα χαλασμένα παιχνίδια, έβρισκε στα λάστιχα το "φουίτι", έβαζε στα τοστ "κέτσα" και πήγαινε καμιά φορά σε μια φίλη της στην "Κομοτήνη".
Εμείς γελούσαμε.

Σήμερα, με έχει ξεχάσει. Το όνομά μου είναι Μαρία μόνο τα απογεύματα. Που μου ζητάει να την πάρω μαζί. Να φύγει.
Ο μπαχτσές και ο κήπος ρήμαξαν. Δεν έχουν λουλούδια. Δεν έχουν ντοματούλες και πιπεριές, ούτε λαχανάκια βρυξελλών και μελιτζάνες. Το μαγκάλι που έψηνε κάπου χωμένο σε μια αποθήκη στηρίζει κάτι καφάσια. Τα ποδήλατά μας σκουριασμένα πίσω από το κοτέτσι και το σκοινί που μας έφτιαχνε κούνια μέσα στο σατσάκι σκοροφαγωμένο. Οι τριανταφυλλιές από αντίδραση στην τόση αδιαφορία πετάνε καμιά φορά κανένα λουλούδι και το κοτέτσι γέμισε ξερόχορτα και το κλείδωσαν για να μη μπαίνει μέσα. Το σπίτι άλλαξε. Έγινε πρακτικό και αφιλόξενο. Το σατσάκι κάτω απο τα πρώην-χρήσιμα αντικείμενα κρύβει τα καλοκαίρια μου και σημερα που είπα να τα ξεθάψω βρήκα φως.

"Όποιος ξεχνάει χάνεται ραγίζει όποιος θυμάται"

Της γιαγιάς μου

Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

Barcelona

Ναι, καλά το κατάλαβες! Πριν λίγη ώρα γυρίσαμε και δεν ξέρω καν τι να σου πρωτοπώ! Ερωτεύτηκα αυτή την πόλη, αυτούςτους ανθρώπους,αυτές τις πλανόδιες μελωδίες, αυτόν τον καθαρό ουρανό, αυτές τις στιγμές,αυτό το ταξίδι.
Γέλια,αγκαλιές,βόλτες αστεία, ταξίδια, μουσεία,εικόνες, μουσικές,μουσικές, μουσικές!
Φαγαμε tapas,paella,patatas bravas και ήπιαμε μπύρες και παγωμένα νερά στα πιο γλυκά σοκάκια που μπορείς να φανταστείς και πήραμε σουβενίρ και αναμνήσεις για την επιστροφή. Γυρίσαμε την πόλη με το νυχτερινό τρενάκι, είδαμε φωτισμένη τη Σαγράδα Φαμίλια, μάθαμε για το Γκαουντί, πήραμε τα καθιερωμένα τιρκουάζ ακουστικά της ξενάγησης, ακούσαμε συντριβάνια μαγεμένα να σκορπίζουν γύρω τους κλασικές μελωδίες,συνεννοηθήκαμε με αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά,γερμανικά,με χαμόγελα, με νοήματα, με αριθμημένα δάχτυλα και αντικείμενα, με ψιθύρους και δυνατές φωνές κι όλα μα όλα από κάπου έρχονταν και κάπου τελικά θα μας πάνε. Ο joan Miro έγινε η λατρεία μου και στο υπογράφω κιόλας και ο Antonio Gaudi το σημα κατατεθέν της πόλης, έστω και μέσα από την υπερβολή του.
Στο μουσείο Joan Miro υπήρχαν ασύλληπτα visuals. Καθόσουν ή ξάπλωνες και απέναντί σου ταιριάσματα σχημάτιζαν καρδιές, αγάπη και φιλιά. Άκουγες το wicked games από μια γυναικεία φωνή και από πάνω της μια παιδική γλυκήτητα φάλτσαρε στιγμιαία για να κορυφωθεί, Θεε μου, στην καταλληλότερη νότα που θα μπορούσε να υπάρχει σε κάθε κατάληξη του τραγουδιού. Μάτια ταιριασμένα ή μήπως ίδια; Μια γυναίκα στην κουζίνα μαγείρευε όνειρα. Δικά της ή ξένα; Σε καταδίωκαν γρήγορες εναλλαγές εικόνων. Προλάβαινες να φύγεις ή όχι; Μια πληγωμένη σεξουαλικότητα πάλευε να βρει να ενωθεί; Η΄μήπως να εκφραστεί;
Καθόμουν στα σκοτεινά και έγραφα. Σου έγραφα. Σχεδόν γράμμα... Φως δεν υπήρχε. Φως έβγαινε...
Αν ήσουν αυτές τις μέρες στη Βαρκελώνη τότε κάπου θα με πέτυχες να τραγουδάω στο δρόμο. Σε κάθε δρόμο. Συνέχεια. Πιο συνέχεια δεν έχει. Τραγουδούσα κι ονειρευόμουν...
Πήρα κι ένα μουσικό κουτί. Παίζει το la vie en rose. Αχ πόσο το ήθελα. Θα μάθω να το τραγουδάω. Όλο, σε κάθε ρυθμό και κάθε βράδυ θα στο τραγουδάω. Αν ξεχνάω τους στίχους θα μουρμουρίζω πααααα ραραραραααααα ραραραραραραααααααααααααα-ααααααααααααα.... και θα σε παίρνει ο ύπνος. Και θα είναι βράδυ και θα περπατάμε οι δυο μας δίπλα στο λιμάνι, ή θα ξαπλώνουμε στην ξύλινη εξεδρα κοντά στα καράβια, ή θα καθόμαστε στο παρκο Γκουελ στα καθίσματα του γκαουντί...
Και θα ταξιδεύουμε....
Πάμε για απόψε...

Τετάρτη, 2 Ιουνίου 2010

στερεότυπα




Πάρε εσύ τα χάδια, τα σ'αγαπώ, τα βράδια, τα έξω, τα μέσα, τα αληθινά, τα όμορφα, τα κρυφά, τα φώτα, τις σκέψεις. Κι άσε εδώ...
Άσ'το. Τίποτα μην αφήνεις εδώ.

Σάββατο, 15 Μαΐου 2010

ήρθε;

Το καλοκαίρι, λέω ήρθε; Ποιος ξέρει... Πάντως εγώ βγήκα στο μπαλκόνι μου για διάβασμα, άρα κάτι τέτοιο υποπτεύομαι... Δεν ξέρω τι ακριβώς διαβάζω, έχει πάντως ολοκληρώματα, εξισώσεις, Λαπλάς, Πουασόν και όλους τους φίλους τους...
Διάβασα μια φράση, του Ανεστόπουλου μάλλον, που λέει:

"ΜΕΝΟΥΝ ΟΛΑ ΟΣΑ ΔΕΝ ΕΒΛΕΠΑ ΤΙΣ ΩΡΕΣ ΠΟΥ ΣΕ ΚΟΙΤΑΖΑ"

Αυτό μονάχα για σήμερα. Μέχρι να ξαναέχω διάθεση να γράψω. Πάω πάλι πίσω στο μπαλκόνι μου. Θέλω λίγο ουρανό. ΑΝ όχι για να πετάω, τουλάχιστον για να βλέπω...

Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

mother

Είχα μια μάνα μια φορά।Μου άρεσε να τη φωνάζω "Μαμά μου" για να της θυμίζω πως μου ανήκε κι εμένα।Πως βγήκα κι εγώ από το σώμα της। Από την ψυχή της δεν ξέρω αν βγήκα τελικά।
Έρχονταν κάτι απογεύματα με σύννεφα। Την έβλεπα κι εκείνη σκοτεινή και θαρρούσα πάντα πως έφταιγα εγώ। Πως κάτι είχα κάνει- δε μπορεί- και τη στεναχώρεσα। Ντρεπόμουν πολύ τη λέξη συγγνώμη κι απλά τη ρωτούσα: "Μαμά μου, μ'αγαπάς;" και μη γελάσεις δε θυμάμαι να πήρα απάντηση ποτέ।
Και περάσαμε με τη μαμά μου πολλά φθινόπωρα μαζί। Δε μου απάντησε ποτέ σε αυτή την ερώτηση। Ίσως την απασχολούσε κάτι στην τηλεοραση γιατί συνήθως δεν έπαιρνε καν το βλέμμα της απ'αυτήν।
Θα σου πω και μια ιστορία। Μια φορά ήμουν πιο μικρή και έπρεπε κάπου να λείψει। Φοβόταν μη νιώσω μόνη μου, μη φοβηθώ κι εγώ κι είχε μια ρόμπα κίτρινη τότε, και μου άφηνε। Είχε αφήσει τη μυρωδιά της σ'αυτή τη ρόμπα। Την αγκαλιά της δεν είχε αφήσει μόνο να χωθώ, τον ώμο της να γείρω και τα μαλλιά της να μπλέξω τα χέρια μου।
Τότε ίσως ήμουν πολύ μικρή για να της ζητήσω να μη φύγει। Κι όταν μεγάλωσα πολύ μεγάλη για να μην καταλάβω πως μου έλειπε।
Τώρα πια είναι πολύ αργά και η μυρωδιά απ'τη ρόμπα της έχει φύγει। Το κίτρινο όμως στα μάτια μου, είναι το χρώμα της απουσίας κι ακόμα και σήμερα δεν έχει απενοχοποιηθεί।


(Το συγκεκριμενο κείμενο δε γραφτηκε με αφορμη καποιο συμβαν। Ευτυχως। Προς αποφυγη παρεξηγησεων και ανησυχιας.)

Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

πίσω

Άκουσες κι απόψε 12με 1 την κυρία Στέλλα Βλαχογιάννη στο Δεύτερο , έμαθες τα μυστικά της για τη ζωή σου μέσα από τα τραγούδια και την ποίησή της, διάβασες λίγο για τη διπλωματική και μελαγχόλησες πολύ.
Χτες βράδυ ταξίδευα। Γύρισα από Ξάνθη και να σου πω την αλήθεια μου σε κάθε στάση έψαχνα να βρω την έξοδο κινδύνου। Να πω στον οδηγό : "Ξέρετε πρέπει να γυρίσω πίσω। Τι ώρα περνάει το επόμενο για Ξάνθη;" και να μείνω να πιω καφέ σε ένα μαγαζί στην εθνική μέχρι να έρθει το επόμενο λεωφορείο। Νομίζω αποφάσισα κάτι।Μια μέρα θα πάρω όλες μου τις αναμνήσεις από τα συρτάρια και τους τοίχους του δωματίου και της ψυχής μου, όλα μου τα τσαλακωμένα χαρτάκια από το γραφείο και το μωβ ντοσιέ χωρίς να τον πολυανοίξω και θα γυρίσω πίσω.Ξέρω θα με ρωτήσεις τι θα πει θα γυρίσεις πίσω,αφού πάντα εδώ έμενες, και ξέρω ήδη τι θα σου απαντήσω.Εδώ έμενα,ναι. Αλλά εδώ ανήκα ; Είναι μια επαρχιακή πόλη σαν όλες τις άλλες, κι εγώ είμαι στο φουλ παιδί της Αθήνας, αλλά αυτό που με κρατάει εκεί είναι πολύ πιο δυνατό. Και δεν ξέρω και πόσα χρόνια μετράει αυτό το δέσιμο.Υπάρχει όμως. Και μια μέρα θα τα μαζέψω και θα φύγω για να ζήσω εκεί.
Είναι ο αέρας της, το νερό της που δεν έχει τη γεύση που θά'θελα και που με κάνει να το ξεχωρίζω, οι άνθρωποί της που δεν είναι ιδιαίτεροι αλλά τους νιώθω δικούς μου, οι δρόμοι της που δεν είναι αρκετά μελαγχολικοί αν δεν τους δεις μονάχος, τα φώτα της που είναι πολλά και δε σε αφήνουν να μείνεις πίσω...
Αυτές τις μέρες δε θέλω να θυμάμαι,δε θέλω να ξεχνάω. Θέλω να γυρίσω μόνο πίσω,στην αγκαλιά της θείας μου,στα ξενύχτια με τη Μαριαλένα, στα πειράγματα του θείου, στις ύποπτες σκινήσεις της Αφροδιτούλας μου, στα αστεία με τη Νάσια και τη Βέρα.
Στο χωριό θέλω να πάω. Δεν ξέρω αν πέρασα καλά. Θέλω μονάχα να πάω πίσω. Ίσως να φταίει το εδώ, ίσως και το εκεί να αξίζει...
Θα έρθει αυτή η μέρα που θα φύγω. Και θά'ναι το για πάντα.
Μη με ρωτήσεις μόνο τι θα αφήσω πίσω. Σίγουρα κάτι θα βρω... Εύχομαι μόνο νά'ναι όμορφο αρκετά, για νά'χω να θυμάμαι κι όχι για να ξεχνάω.
Έρχεσαι;

Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

με ποιον ακούς απόψε αυτό το τραγούδι



"Δε μ' ακούει κανένας απόψε και τίποτα δε με βοηθάει
η κιθάρα μου έχει θυμώσει απόψε και δεν μου μιλάει
πατάω σε σπασμένα γυαλιά
δε με νοιάζει με ποιον ακούς απόψε αυτό το τραγούδι"

Κυριακή, 28 Μαρτίου 2010

unfair

Πώς αντιδρούμε μπροστά σε κάτι που θεωρούμε άδικο;
Άλλες φορές παλεύουμε να πείσουμε κάποιον για τα πιστεύω μας ή για την ορθότητα των σκέψεων ή των πράξεών μας και άλλες αφήνουμε κάτω τα όπλα και δυναμώνουμε τη μουσική στα ακουστικά.
Κάποιος θα πει: Μάλλον δε σε νοιάζει και πολύ να σε υπερασπιστείς! Άλλος: Μα άν έχεις δίκιο οφείλεις να αγωνιστείς γι' αυτό! Άλλος: Αν έχεις δίκιο σε νοιάζει να το ξέρεις εσύ. Δε σε αφορά να πείσεις τους άλλους.
Δεν ξέρω. Δεν είμαι πολύ σίγουρη για το τι ισχύει. Ίσως να έχει να κάνει με τον άνθρωπο, ίσως και κάποια από τις δύο να είναι πάγια συμπεριφορά και δικαιολογημένη. Θα σε γελάσω!
Εσύ τι λες;

Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010

ερώτηση

-Να σου πω! Να σε ρωτήσω κάτι θέλω... Το να νιώθεις είναι καλό πράγμα; Δηλαδή, είναι κάτι επιθμητό; Έχω μπερδευτεί λιγάκι. Κάθεσαι και ασχολείσαι με τις τέχνες, τις ευαισθησίες, τα αισθήματα, τα φεγγάρια και τα "νιώθω" και με κάνεις να λέω, ε άρα θά'χει δίκιο. Κάτι καλό θα είναι το νανιώθεις οπότε ας το βάλω κι εγώ στο λεξιλόγιό μου. Για αρχή τουλάχιστον. Μετά σου λέει, κάποια στιγμή γίνεται και δέρμα σου το "νιώθω". Όπως και νά'χει. Είπα κι εγώ να νιώσω. Αλλά να με συμπαθάς! Οκ! Κάποια στιγμή ένιωσα ανείπωτη χαρα, κάποια άλλη ευτυχία, κάποια άλλη ένιωσα έρωτα, μια πιο μέτα ένιωσα αγάπη, κάποια αργότερη μελαγχόλησα. Ήρθε, όμως, πιο μετά κι άλλη μία που ένιωσα ΦΟΒΟ, κι άλλη μία που ένιωσα ΠΟΝΟ, και μια χειρότερη που ένιωσα ενοχές, και άλλη μία που ένιωσα μοναξιά. Αλλά είχε και πιο κάτω. Μία που νομίζω δεν μπορούσα να την αντέξω. Ένιωθα κάτι που ξεπερνούσε τον εαυτό μου. Μπλεκόταν με περίεργο τρόπο στα χέρια σου.
Συμπόνια. Ένιωσα.
Και έγινε δέρμα μου. Και σχεδόν δεν μπορούσα να το αντέξω. Γινόμουν κύκλος, μηδενικό, σχεδόν δεν υπήρχα, σκεφτόμουν εσένα, γινόμουν εσύ, σε πονούσα στο δέρμα μου, κι ο χρόνος πάλι σε slow motion.
Εσύ το ένιωσες; Μαζί μου...

μετρημα...



Για πες...

Πού ανήκεις;

Κι όσοι ζουν με το αίσθημα;

Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

γέλα...




" θα τρόμαζες ΑΝ ήξερες πόσο σε αγαπούσα"






κι αναρωτιέμαι και τι θα γίνει αν το μάθεις...

Όπως και νά'χει θέλω μονάχα να γελάς...

Δευτέρα, 15 Μαρτίου 2010

Stand by me

Ξυπνάς με 2 μηνύματα από πρόσωπα αγαπημένα. Πολύ. Περνάς ένα πρωί με ζεστό καφέ, μια αγκαλιά γνώριμη και μια πλατεία Συντάγματος πιο μελαγχολική από ποτέ. Το μεσημέρι σε περιμένει η αγκαλιά του αδερφού σου. Το απόγευμα τρελαίνεις την πολυκατοικία με τον ενισχυτή, την κιθάρα και το σόλο του Stella by starlight. Τραγουδάς το Stand by me μεχρι να έρθει το βράδυ, με πολλή αγάπη, μια τούρτα γενεθλίων και μηνύματα και τηλέφωνα από ανθρώπους που σε ξέρουν και μπορούν παρ' όλα αυτά να σ' αγαπούν.

And that is the so called happiness!

Αν υπάρχει πηγή της ευτυχίας, ή καλύτερα δεξαμενή-μηχανικοί είμαστε ε;;;-τότε σήμερα η βρύση άνοιξε και τα χεράκια μου μη σου πω πως ξεχείλισαν. Μαλλον είναι μία από αυτές τις νύχτες που δε θα κοιμηθώ αλλά χαλάλι. Τη θέλω τη στιγμή μου. Τη νύχτα μου αυτή ακέραιη.

Μέχρι πριν λίγη ώρα σκεφτόμουν στιγμές στο σχολείο. Δεν ξέρω τι θα έδινα να ξαναγύρναγα στο τότε. Όχι γιατί το τώρα δεν είναι όμορφο. Αλλά γιατί το τότε δεν είναι τώρα.

Πλησιάζει και η μέρα της "επετείου" μου. Της προσωπικής, remember? Δεν ξέρω αν ανυπομονώ! Ξέρω πως θά'θελα να πατήσω το pause, ο χρόνος να μη μετρήσει για λίγο και η νύχτα να κρατήσει λίγο παραπάνω. Όχι γιατί δε φτάνει. Αλλά γιατί είναι άδικο ολα τα ωραία να κρατάνε λίγο- για την ακρίβεια πιο λίγο από τα ζόρικα, θεωρία της σχετικότητας κλπ κλπ.

Σε ευχαριστώ για απόψε. Εσύ που με διαβάζεις είσαι και παρων στη ζωή μου με τον τρόπο σου- ή τον τρόπο μου;-)

Μας εύχομαι όμορφες στιγμές. Και καλή παρέα για να τις ευχαριστηθούμε.

Α, και ναι! Χρόνια μου πολλά!

Το τραγούδι παίζει και για' σένα:


Και σε ευχαριστώ και που δε λείπεις..

Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

μπορείς;

να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να δίνεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να μη μου κρύβεσαι να προσεχεις να προσεχεις να σου λείπω να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να μ'αγαπας να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να μη μου μιλάς να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να μη μ'αγαπάς να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να γελάς να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να με περιμένεις να προσεχεις να προσεχεις να με θέλεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να μείνεις εδώ να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να μ' ονειρευτείς να προσεχεις να μη μ' ονειρευτείς να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να με θυμάσαι να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις νά' σαι καλά να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να μη φύγεις να προσεχεις να προσεχεις να με προσέχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις να προσεχεις

"Να κάνεις αυτό που θες ακόμη κι αν αυτό δε με περιλαμβάνει εμένα μέσα"

μπορείς;

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2010

στιγμές-new version

Έχω ένα φίλο. Το Μ. . Ενδεχομένως να είναι ο πιο ιδιαίτερος άνθρωπος που ξέρω. Έχει το εξής αξιοπερίεργο. Απολαμβάνει την κάθε του στιγμή. Δεν ξέρω πότε ανακάλυψε το κόλπο κι αν το ήξερε από παλιά πάντως το κάνει. Και συνηθίζω να τον βλέπω πάντα σαν κάτι το "παράξενο".
Συνήθως τον πειράζω για τις απόψεις του, την προσωπική του διαστροφή και τη χαλαρότητά του αλλά έχει ένα μαγικό ταλέντο που μάλλον δεν το ξέρει. Μπορεί την κατάλληλη στιγμή να σου πει το κατάλληλο πράγμα-μεταξύ μας έχει και το αντίστροφο αλλά ας μείνουμε στο πρώτο. Δε θυμάμαι πιν πόσο καιρό συνέβη, αλλά κάποια ανασφάλειά μου θα προσπαθούσε να ξεκλειδώσει ως συνήθως. Μου είχε πει λοιπόν πως
"για τη σχέση μας αγωνιζόμαστε κάθε μέρα"
Και τότε oops! έσκασε σαν βόμβα. Πηγαίνοντάς το λίγο παραπέρα, για κάθε σχέση μας με τον οποιονδήποτε άνθρωπο αγωνιζόμαστε κάθε μέρα. Οκ, αν αφήσουμε απέξω γνωστούς, μακρινούς και αδιάφορους συγγενείς και φίλους που προσπαθούμε να ξεχάσουμε τότε ο Μ. έπεσε διάνα. Οφείλουμε κάθε μέρα να αγωνιζόμαστε για όλα αυτά που αγαπάμε. Για τη σχέση μας, για τον κολλητό μας, για την παρέα μας, για τη σχέση με τους γονείς και τα αδέρφια μας για όλα.. Ναι, η ζωή είναι πάλη, αλλά μάλλον αυτή η όψη της πάλης είναι και η πιο ουσιαστική. Ίσως και η πιο απαραίτητη.
Δεν είναι τόσο ξεχωριστό ένα περπάτημα στο κέντρο. Ξεχωριστό το κάνει ένας καφές στο χέρι. Μια σακούλα κάστανα ή ένα πολύχρωμο σκουφί. Δεν είναι τόσο ξεχωριστό μια βραδιά με κινέζικο και τηλεόραση. Ξεχωριστή γίνεται όταν όλο αυτό κανονίζεται κρυφά κι ας μην πεινάς και καθόλου. Δεν είναι τόσο ξεχωριστή μια μακαρονάδα κι ένα απόγευμα στην τηλεόραση. Ξεχωριστά τα κάνει το ότι ήταν το πρώτο μας απόγευμα μαζί ή μάλλον καλύτερα το μαζί. Ξεχωριστό δεν είναι ένα ξενύχτι. Αλλά ένα ξημέρωμα παρέα σου. Ξεχωριστό δεν είναι κανένα από τα χιλιάδες μηνύματα. Ξεχωριστό το κάνει η ανάγκη της στιγμής. Της κάθε στιγμής. Το "μου λείπεις", το "σε πεθύμησα", το "Σ αγαπάω", το "μη φύγεις". Ξέρω ακούγονται τόσο απελπιστικά συνηθισμένα. Αλλά νομίζω πως αυτά λαχταράω. Πως οι στιγμές ευτυχίας κρύβονται εκεί. Πως όσο κι αν τρέχει ο χρόνος κι όσο κι αν μου λείπεις κι όσο κι αν ελπίδα τυχαία να αυξηθεί ο ελεύθερός μας χρόνος δεν υπάρχει η στιγμή που θα μοιραστούμε θά είναι δική μας, ολόδική μας, ξεχωριστή όσο πιο δυνατή είνια η φαντασία μας και γεμάτη όσο πιο αφοσιωμένοι είμαστε σε αυτήν.
Και να λοιπόν πώς οι αλήθειες του Μ. συνδυάζονται απόλυτα: Απολαμβάνεις τη στιγμή τόσο περισσότερο, όσο πιο όμορφη μπορείς να την κάνεις.


Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2010

"η αγάπη θα σε βρει όπου και νά'σαι"




Ένας δίσκος. Ο πρώτος δικός μου δίσκος, χαρισμένος, σχεδόν αφηγηματικός, γεμάτος όνειρα και φόβους κρυμμένους στο σκοτάδι μας, κάτω από τα σεντόνια και κλεισμένος σε μια στιγμή.
Χέρι με χέρι.
Βράδυ Σαββάτου.
Και μια ακρόαση. Στο πικάπ του μπαμπά, στο σαλόνι στη μεγάλη πολυθρόνα και με τα μάτια να φεύγουν έξω, στη βροχή. Και να ερωτεύεσαι κάθε "κρατς" γιατί θυμίζει βροχή και δε γίνεται αλλιώς. Ακούς Χαρούλα και βροχή, απόγευμα Κυριακής και κάνει αλήθεια όλα αυτά που πάντα πιστεύεις... Γιατί να το θυμάσαι, η αγάπη θα σε βρει όπου και νά'σαι...
Δεν ξέρω αν είναι ο καλύτερος δίσκος της, αν είναι η αγαπημένη μου Χαρούλα, κι αν θα χαλάσει από το πολύ παίξιμο.Αλλά είναι για' μένα. Και ήταν ίσως το πιο αναπάντεχο "από'σένα" που θα μπορούσα να σκεφτώ...
Γιατί αυτό που λέει κανείς καμιά φορά "ο άνθρωπός μου" και που αυτό το "μου" ακούγεται τόσο κτητικό, αλλά και τόσο ταιριαστό υπάρχει,για κάθε εσένα...
και θα σε βρει...όπου και νά'σαι!

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

σαν σήμερα



Θα ερχόμουν με μια τεράστια σακούλα, θα σε αγκάλιαζα και θα έλεγα σε όποιον ξεραμε πως σημερα είχες τα γενέθλιά σου. Θα λέγαμε τι θα κάνουμε το Σάββατο και γενικά η μέρα θα ήταν της γιορτής.
Πάνε χρόνια. Και θα περάσουν κι άλλα. Δεν ξέρω καλά-καλά γιατί. Ή μάλλον ξέρω.
Με εμένα απορώ. "Πώς έφυγες απ'τη ζωή μου έτσι..."
Και κυρίως πώς σε άφησα...Αν όχι μόνη, τότε πώς σε άφησα...
Είναι δύσκολοι οι καιροί. Και κυρίως οι άνθρωποι.
Για σημερα η Βίκυ θα σου τραγουδήσει χωρίς τη μουσική για παρέα, ένα πώς έφυγες πιο μελαγχολικό από ποτέ..
Αγάπη πολλή!
Κι ένα παράπονο...

Σε εμένα!

Γεια χαρα

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010

Της Κυριακής



Σήμερα το θυμήθηκα, οπότε ας το πούμε της Κυριακής. Της σημερινής όσο καμιάς άλλης...




"μόνο θάλασσα βλέπω εδώ κι ουρανό..."



Δίσκος: Σαν Αφροδίτη,1986. Και να σκεφτείς ότι σήμερα ένιωσα πως μου γράφτηκε σήμερα...

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

του έρωτα



Πρώτη φορά το άκουσα σήμερα. Δεν ξέρω αν μου άρεσε ακριβώς. Θα μ ' έφτιαχνε νά'μαι άντρας, να το νιώσω και να το αφιερώσω. Από τη στιγμή που δεν είμαι απλά στο αφήνω. Και σχεδόν εντυπωσιάζομαι που ακούω με τόση προσοχή Θαλασινό.

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

θέλω να είμαι η μουσική που ξαγρυπνάει μαζί σου




Δεν θέλω να μαι ένας ακόμα κρυμμένος θησαυρός
ένας ακόμα που φοβήθηκε να σηκωθεί απ τον πάτο
ούτε με νοιάζει αν θα με πνίξει η φυλακή σου.

Δεν θέλω να μαι ένας ακόμα παγωμένος ποταμός
Ένας ακόμα που φοβήθηκε να πάει πάει παρακάτω
ούτε με νοιάζει αν με πικράνει το φιλί σου.

Θέλω να είμαι η μουσική που ξαγρυπνάει μαζί σου
σαν ασταμάτητη βροχή να πέφτω στην ψυχή σου
να γίνω αέρας και να ρθω να κλαίω στην αυλή σου
σαν σκύλος σαν θεός σαν εραστής σου.

Στίχοι: Γιάννης Αγγελάκας
Μουσική: Νίκος Βελιώτης
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Αγγελάκας