Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2010

Καλοκαίρια στο χωριό

Από παιδί θυμάσαι τα καλοκαίρια στο χωριό. Η θεία και ο θείος δούλευαν κι εμείς μόλις ξυπνούσαμε τρέχαμε στο σπίτι της γιαγιάς. Μας έφτιαχνε για πρωινό κρέπες και χυλοπίτες και τοστ και ροδοπάκι. Καμιά φορά μας πήγαινε και βόλτα στην Ξάνθη. Μας ξυπνούσε νωρίς το πρωί, μας έντυνε, μας χτένιζε τα μαλλιά και κατεβαίναμε στη στάση. Μας πήγαινε πρώτα στην "άνοιξη" για μπουγάτσα και μετά κάναμε τις δουλειές της και γυρίζαμε.
Κάθε καλοκαίρι είχαμε κι ένα αγαπημένο παιχνίδι. Πότε παίζαμε κούκλες, πότε φτιάχναμε ρούχα και δαντελένια σκεπάσματα από τα περισσέματα για τις κουρτίνες της, πότε παίζαμε στίβο, πότε φυτεύαμε λουλούδια και χτίζαμε σπιτάκια, πότε μαγειρεύαμε. Όλα κοντά της και όλα με τη βοήθειά της.
Στις γιορτές μας έστελνε δέμα και μας χαρτζιλίκωνε και όπως όλες οι ελληνίδες μανάδες μας χαρτζιλίκωνε για τα καλά. Της είχα μεγάλη αδυναμια μικρή. Εκείνη πάλι όχι. Αλλά δε με πείραξε ποτέ.
Τα μεσημέρια έψηνε στην αυλή της για όλους και μας περίμενε μετά τη θάλασσα. Εκείνη αφού τελειώναμε όλοι έπινε μια κρύα μπύα κι έτρωγε μια χωριάτικη σαλάτα. Εμείς ήμασταν ήρεμοι. όλοι
Αφήναμε τα παιχνίδια μας κάθε βράδυ σε ένα τοιχάκι στο σατσάκι και το επόμενο πρωί μας περίμεναν εκεί. Όλα τα είχε υπό έλεγχο και όλα μπορούσε να τα κάνει να γίνουν. Μας έφτιαχνε τα ποδήλατα, τα χαλασμένα παιχνίδια, έβρισκε στα λάστιχα το "φουίτι", έβαζε στα τοστ "κέτσα" και πήγαινε καμιά φορά σε μια φίλη της στην "Κομοτήνη".
Εμείς γελούσαμε.

Σήμερα, με έχει ξεχάσει. Το όνομά μου είναι Μαρία μόνο τα απογεύματα. Που μου ζητάει να την πάρω μαζί. Να φύγει.
Ο μπαχτσές και ο κήπος ρήμαξαν. Δεν έχουν λουλούδια. Δεν έχουν ντοματούλες και πιπεριές, ούτε λαχανάκια βρυξελλών και μελιτζάνες. Το μαγκάλι που έψηνε κάπου χωμένο σε μια αποθήκη στηρίζει κάτι καφάσια. Τα ποδήλατά μας σκουριασμένα πίσω από το κοτέτσι και το σκοινί που μας έφτιαχνε κούνια μέσα στο σατσάκι σκοροφαγωμένο. Οι τριανταφυλλιές από αντίδραση στην τόση αδιαφορία πετάνε καμιά φορά κανένα λουλούδι και το κοτέτσι γέμισε ξερόχορτα και το κλείδωσαν για να μη μπαίνει μέσα. Το σπίτι άλλαξε. Έγινε πρακτικό και αφιλόξενο. Το σατσάκι κάτω απο τα πρώην-χρήσιμα αντικείμενα κρύβει τα καλοκαίρια μου και σημερα που είπα να τα ξεθάψω βρήκα φως.

"Όποιος ξεχνάει χάνεται ραγίζει όποιος θυμάται"

Της γιαγιάς μου

3 σχόλια:

Captain-Τζίμης είπε...

Ήχοι, εικόνες, μυρωδιές μαζί με μπόλικο παιχνίδι και αστείρευτη αγάπη από τη γιαγιά, η εποχή της αθωότητας είναι πια παρελθόν και πίσω δεν ξαναγυρνά. Πόσο γεμάτος όμως αισθάνεσαι όταν σε πλημμυρίζουν τόσο τρυφερές και όμορφες αναμνήσεις, τελικά η ανάμνηση είναι ευχή. "Εθύμησές μου σήμερα/χρόνια που κάμανε φτερά" κι ο έρωτας με τη γιαγιά πάντοτε αθεράπευτος. Καλημέρες

JK O SΚΡΟΥΤΖΑΚΟS είπε...

YΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΑΡΚΕΤΗ ΑΠΟΥΣΙΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ ΓΥΡΙΣΑ ΚΑΙ ΑΦΗΝΩ ΤΙΣ ΕΥΧΕΣ ΜΟΥ ΓΙΑ ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ ΚΑΙ ΚΑΛΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ.ΧΑΙΡΟΜΑΙ ΠΟΥ ΣΕ ΒΡΗΚΑ ΚΑΛΑ.

tariq.ante είπε...

"Aνοιξη" και Ροδοπάκι; Respect η γιαγια και ας σε ξέχασε! :D