Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

χέρια ερωτευμένου



Πώς τα φοβήθηκα νά'ξερες τα χέρια που άφησες να σε παραβιάσουν.
Πόσο τα ζήλεψα η φτωχή νά'ξερες.
Πόσο τ'αγάπησα που κράτησαν ένα κομμάτι της ψυχής σου.
Αν είχα θεό να πιστέψω θα έκανα μια προσευχή. Νά'τανε βουτηγμένα στην αγάπη και στο μύρο του έρωτα.

Μα τι αφέλεια θά'τανε να τα θεωρώ χέρια ερωτευμένου.

Βλέπω τις νύχτες στους εφιάλτες σου τις χαρακιές πάνω στα χέρια σου. Απ'τους αγώνες σου να σώσεις την καρδιά σου απ'τα μαχαίρια που την κρατούσαν. Πόσο τα φοβάμαι τα χέρια σου να μην ξαναματώσουν.

Και την καρδιά σου φοβάμαι. Μην πληγωθεί κι αρχίσουν πάλι οι μνήμες να ξύνουν τις πληγές.

Μα πώς το μπόρεσα να αργήσω χρόνους να σε κρατήσω.

Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Του Αγίου Βαλεντίνου (μου)+1

Να σου πω ένα μυστικό; Θα σ'αγαπούσα και δίχως σώμα. Θα σ'είχα ερωτευτεί και με τα μάτια κλειστά. Και χωρίς φωνή ή ήχους. Και χωρίς δέρμα ή χάδι. Και χωρίς ανάσα ή μυρωδιά. Θα σ' αγαπούσα ακόμα κι αν ήσουν περαστικός με ακουστικά στ'αυτιά που περνάει βυθισμένος στις μελωδίες του και σχεδόν χαμένος κι απών.

Θα σ'ερωτευόμουν ακόμα κι αν ήσουν αέρας χειμωνιάτικος. Παγωμένος και υγρός. Κι αν μου κρυστάλλωνες τα δάκρυα και μου έσκιζες τα χέρια θα σ'ερωτευόμουν. Για την καθαρή ανάσα που θα μου χάριζες.
Θα σ'ερωτευόμουν και αν ήσουν αεράκι Αυγουστιάτικο. Φεγγαρένιο. Κι αν έπαιρνες τα μαλλιά μου απ'τους γυμνούς μου ώμους και ανατρίχιαζες το δέρμα μου θα σ'ερωτευόμουν. Για τη γλύκα και τη νοσταλγία που θά'φερνε στη γεύση μου η αλμύρα του αέρα σου.
Θα σ'ερωτευόμουν κι αν ήσουν φεγγαράκι μισό. Ξαπλωμένο και δηλωτικό μιας θάλασσας τρικυμισμένης. Κι αν έφερνες φουρτούνα στην ψυχή ή το ταξίδι μου και φόβιζες τον ήρεμο ύπνο μου θα σ'ερωτευόμουν. Γιατί θα μ'άφηνες να ξαπλώσω τα όνειρά μου στην πλαγιαστή ράχη σου και να τα ξεκουράσω.
Θα σ'ερωτευόμουν κι αν ήσουν ευωδιά Πασχαλιάς στο δρόμο για το χωριό του μπαμπά μου. Κι ας έκανες το μωβ της χρώμα να μοιάζει λίγο μπροστά στη μυρωδιά σου, ακόμα και για' μένα που αν διάλεγα χρώμα για τον ουρανό μου, θά'ταν το μωβ. Γιατί θα με μεθούσες και θα σκεφτόμουν τη θέα από το σπίτι της γιαγιάς μου και τις βόλτες τη Μεγάλη Πέμπτη στους κήπους για να μαζέψω λουλουδάκια στο κόκκινο καλαθάκι μου.
Θα σ'ερωτευόμουν κι αν ήσουν δρόμος στο κέντρο κάποιας μεγαλούπολης. Κι ας σε διέσχιζαν χιλιάδες αμάξια κάθε μέρα κι ας είχαν γκριζάρει τα μοτίβα σου κι ας είχαν παραβιάσει τη διακριτικότητά σου χιλιάδες περαστικοί σβήνοντας στο σώμα σου τσιγάρα και γράφοντας άψυχα συνθήματα στους τοίχους σου. Γιατί θα μ' άφηνες να αφουγκραστώ τα μυστικά που τόσοι κάθε μέρα σου χαρίζουν απλόχερα κι έστω και στης ζωής μου το αδιέξοδο εσύ θα μού'δινες χώρο και δρόμο να τρέξω.
Θα σ'ερωτευόμουν. Όπου κι αν σε συναντούσα. Όπου κι αν υπήρχες. Όπου κι αν ανέπνεες, θα σ'ερωτευόμουν.
Πως θα ζούσα για' σένα.
Πως μετά το εσύ θα ξεχνούσα το εγώ.
Πως ο τρόπος για ν'αγαπάει κανείς γεννιέται και ζει στον τρόπο που με κοιτάς. Και δεν πεθαίνει ποτέ.

Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011

μονοπάτι



Δεν πίστευα ποτέ πως θα ερωτευόμουν μια γραμμή χειλιών. Νά'ξερες πόσες στιγμές ξεκλέβω σαν μου μιλάς για να τη χαζέψω. Εσύ μιλάς και το βλέμμα μου ρυάκι που ξεχύνεται στο στόμα σου.

Και τις σταγόνες απ'το ποτό σου νά'ξερες πώς ζηλεύω σαν ξεχαστούν στις άκρες των χειλιών σου. Ας είχα ένα τρόπο να στις κλέψω πριν χαθούν στη γεύση σου. Να ρουφήξω τα λόγια σου που ψηλάφησαν τόσο γλυκά χωρίς καν να τις πάρεις είδηση.

Νά'μουν κι εγώ μια τόση δα σταγόνα απ'το κρασί σου.
Μια πορφυρή σκιά στα χείλια σου νά'μουν.
Να ξεγλιστρούσα απ' το ποτήρι και να κρυβόμουν εκεί που φωλιάζουν τα μυστικά σου. Οι φόβοι σου. Εκεί που βουλιάζουν, σαν άγκυρα και σε κρατάνε δεμένο και σ'εμένα δε φτάνεις ποτέ.
Κι ένα βράδυ που θα πάλευες κάτι να κρύψεις στην αριστερή άκρη, που σε προδίδει σε κάθε χαμόγελο, θα έβαζα τρικλοποδιά στις λέξεις σου και θα ξεκλείδωνα όλες σου τις εικόνες και θά'φτανες απέναντι. Σε ό,τι αγαπάς. Κι εγώ ελεύθερη πια θα πνιγόμουν στο στόμα σου κι άς τέλειωναν όλα εκεί.

Τι ψέμα.
Ποτέ δε θα το άντεχα. Πόσο μάταιη θά'ταν η προσπάθειά μου να με πείσω πως θα μου αρκούσε να ξεφύγεις απ' όσα σε κυνηγούν κι εγώ ας πήγαινα στο καλό. Θέλω σαν θα ξεφύγεις να' ρθείς σε' μένα. Να με αφήσεις να μάθω να ψηλαφώ τα χείλια σου. Να δω το ταίριασμα και τον τρόπο που βυθίζεται το φιλί σου στη γεύση μου.

Μα αφού σε πνίγει ο φόβος σου εσένα ποιος άλλος τρόπος θά'κανε τα κρυφά σου ασφαλή μακριά από' σένα;
Έχω τον τρόπο.
Στάσου μονάχα ένα λεπτό ασάλευτος. Έτσι, σιωπηλοί ας μείνουμε στα σκοτεινά για να τιμήσουμε την προσπάθεια και κάθε αγώνα σου να με φτάσεις. Κι ας μη νίκησες ποτέ.
Κι όταν περάσει το λεπτό θα αφήσουν τα χείλια μου στα δικά σου το μονοπάτι που θα σε φέρει σ' εμένα. Σ'ένα φιλί. Κι αυτά που θα ακολουθήσουν σου τα αφήνω εν λευκώ.

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

crack




Άσε με να μπορώ να τρυπώνω μέσα απ' τις χαραμάδες που (μου) αφήνεις για να μη μου κρυώνεις στα σκοτάδια της ζωής σου.
Άσε με να γίνω φως για' σένα.
Θα χρειαστώ μονάχα μια τόση δα μικρή χαραμάδα. Μια λεπτή γραμμούλα στο συμπαγή κόσμο σου. Μια στιγμή σου μονάχα θα χρειαστώ. Μη με φοβάσαι. Θα το βρω το δρόμο μετά.
Απ'τη ζωή ως την ψυχή σου.

Θά'μαι για' σένα. Εγώ δική σου και για' σένα. Για τις στιγμές, τις αγκαλιές, τα νεύρα και τις χαρές σου. Εγώ δική σου και για' σένα. Μέχρι που κάθε φορά που θα πηγαίνω να μιλήσω για'μένα να βάζω μπροστά το εσύ.